Οι ιδιομορφίες της ελληνικής οικονομίας

Σπάρτακος 63, Γενάρης 2002


του Δημήτρη Λιβιεράτου

Τόσα χρόνια η Κομισιόν η υποτιθέμενη κυβερνητική επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατηγορούσε το μαύρο πρόβατο, την Ελλάδα ότι δεν μπορούσε να συμμορφωθεί με τις οδηγίες της. Οι επίτροποι, θηλυκοί και αρσενικοί, επισκεπτόντουσαν ή αλληλογραφούσαν με τη διοίκηση της χώρας μας για διάφορούς λόγους και απειλούσαν με μέτρα βαριά, μέτρια, ελαφρά, ανάλογα με τα κέφια τους.

Ακόμα και οι εγχώριοι οικονομολόγοι, πολιτικοί, ευρωλάτρες εύρισκαν ευκαιρία να οικτίρουν την Ελλάδα που «ανατολίζει», είναι τριτοκοσμική, δεν μπορεί να εξευρωπαϊστεί και να βαδίσει με τους προοδευμένους εταίρους. Οι οποίοι είχαν την υψηλή ευγένεια να μας δεχτούν στους κόλπους της εκλεκτής ομήγυρης των πότε 12, των πότε 15 της Ευρώπης.

Και ξαφνικά αυτό το μαύρο πρόβατο Ελλάδα, έρχεται πρώτο στον πίνακα της ανάπτυξης. Είναι αναγκασμένοι να το ανακοινώσουν, να το επιδείξουν. Άλαλα έμειναν τα χείλη των επιτρόπων που είχαν βρει εύκολο στόχο την πάντα καθυστερημένη Ελλάδα. Ακόμα βέβαια δεν έχουν ενσκήψει να μελετήσουν γιατί αυτή η πρωτιά. Που οφείλεται και μήπως πρέπει και οι άλλοι να σκεφτούν ορισμένα πράγματα για τη δική τους οικονομία. Και μάλλον ούτε θα το κάνουν. Ο χειρότερος εχθρός της οικονομικής σκέψης, ο δογματισμός, κυριαρχεί στους σοφούς εγκεφάλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εμποδίζει οποιαδήποτε ελαστικότητα στη σκέψη. Άλλωστε και να μπορούσαν να φύγουν από την πεπατημένη, δεν θα ήταν δυνατόν να ξεφύγουν από τον κλοιό των καπιταλιστικών συμφερόντων που θέλει να διαμορφώσει μία κοινότητα 360 εκατομμυρίων κατοίκων με βάσει τα συμφέροντα μιας απειροελάχιστης μειοψηφίας συμφερόντων.

Η οικονομική κρίση

21 Νοεμβρίου στις Βρυξέλλες η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Κομισιόν διαπιστώνει την γενική οικονομική κρίση, την οποία κομψά αποκαλεί επιβράδυνση. Για το 2000 προβλέπει ρυθμό ανάπτυξης 1,6%, για το 2001 1,3% και ίσως το 2003 να φτάσει 2,9%. Όμως αυτό δε σημαίνει ότι κάθε χώρα έχει παρόμοιους ρυθμούς.
Αναλυτικά, λοιπόν, εμφανίζεται πρώτη η Ελλάδα με προοπτική ανάπτυξης το 2000 3,5%. Στη συνέχεια η Ιρλανδία 3,3%, το Λουξεμβούργο 3%, η Ισπανία 2%, η Φιλανδία 1,7%, η Πορτογαλία 1,5%, η Ολλανδία 1,5%, η Γαλλία 1,5%, το Βέλγιο 1,3%, η Αυστρία 1,2%, η Γερμανία 0,7%. Για όλη τη ζώνη ΕΥΡΩ των 12 1,3% (Καθημερινή 22/11/01).

Προβλεπόμενοι ρυθμοί ανάπτυξης των χωρών, για το έτος, σε % 
Ελλάδα 3,5
Ιρλανδία 3,3
Λουξεμβούργο 3
Ισπανία 2
Φιλανδία 1,7
Πορτογαλία 1,5
Ολλανδία 1,5
Γαλλία 1,5
Βέλγιο 1,3
Αυστρία 1,2
Γερμανία 0,7
Συνολικά για τη ζώνη ΕΥΡΩ 1,3

Δεν είναι μόνο η Κομισιόν. Και ο ΟΟΣΑ (Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανασυγκρότησης) ο οποίος συγκροτείται από τις 30 πιο καπιταλιστικές χώρες του κόσμου προβλέπει σχεδόν γενική συρρίκνωση της οικονομίας το 2001 και ρυθμό ανάπτυξης 1% για το 2002. Εκτός Ελλάδας για την οποία προβλέπει αύξηση 4% το 2002 (Καθημερινή 21/11/01).

Σε αυτό το μαύρο πρόβατο που λέγεται Ελλάδα, ανέθεσε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα τη διαχείριση του ΕΥΡΩ, διαμέσου της Τράπεζας της Ελλάδας, σε όλη τη περιοχή των Βαλκανίων εκτός Σλοβενίας και Κροατίας που εκεί αναλαμβάνει η Αυστρία. Επίσης στην περιοχή της Κύπρου.

Στις ανακοινώσεις της Ευρωπαϊκής Κομισιόν, του ΟΟΣΑ – Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανασυγκρότησης, του ΔΝΤ Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και άλλων επίσημων και ανεπίσημων παρατηρητών όπως αποκαλούνται, το άλλοτε μαύρο πρόβατο αποκαλούμενο Ελλάδα φαίνεται να προηγείται στους ρυθμούς ανάπτυξης της οικονομίας. Όπως αυτοί, βέβαια, καθορίζουν τα κριτήρια.

Όλες οι κριτικές και εγχώριες αυτοκριτικές για το χάλι της Ελληνικής Οικονομίας ξεχάστηκαν σε κάποιο ράφι. Βέβαια γίνεται προσπάθεια από το εξωτερικό και το εσωτερικό να ηρωποιηθεί, σπουδαιοποιηθεί, η σοφία, συνέπεια, αποφασιστικότητα ακόμα και σκληρότητα ενός ηγέτη σαν το κ. Σημίτη και των συνεργατών του. Ο οποίος επιμένει στα μέτρα λιτότητας και την ανάγκη συνεχούς προσπάθειας του ελληνικού λαού, χωρίς να φαίνεται διέξοδος. Φθηνές παρουσιάσεις, επιφανειακές και μάλλον ασόβαρες. Τα βασικά στοιχεία της ελληνικής οικονομίας ήταν και εξακολουθούν να είναι ανάλογα στο διάστημα των τελευταίων χρόνων. Αντίθετα, όλα εκείνα τα οποία απαριθμούσαν σαν ανασταλτικά στοιχεία της ελληνικής οικονομίας, όχι μόνο εξακολουθούν να υπάρχουν αλλά εμφανίζονται πιο έντονα. Ας τα απαριθμήσουμε και ο καθένας θα καταλάβει.

1. Η ελληνική οικονομία είναι κλειστή

Και πρέπει να ανοίξει έλεγαν. Προς εναρμόνιση με την Ευρωπαϊκή Ένωση όπως έτεινε η σημιτική κυβέρνηση, ούτε προσαρμόστηκε, ούτε έγινε. Ευτυχώς άλλωστε, επειδή αν είχε εναρμονιστεί τελείως η «απείθαρχη» ελληνική οικονομία με την υπόλοιπη Ευρωπαϊκή θα βάδιζε την οδό της βαθιάς ύφεσης, κρίσης στην οποία σχεδόν όλοι έχουν εισέλθει

Εξηγούμε τον όρο «κλειστή οικονομία» που σημαίνει ότι ένα μεγάλο μέρος των αναγκών της χώρας, το μεγαλύτερο ίσως, εξυπηρετείται εντός των ορίων της επικρατείας. Τρόφιμα, οικοδομές, πρώτες ύλες, εσωτερικός τουρισμός και πολλά άλλα δεν εξαρτώνται από της εξωτερικές σχέσεις. Ικανοποιούνται εντός

2. Η παραοικονομία επιμένει και αναπτύσσεται στην ελληνική οικονομία

Δεν μειώνεται. Αντίθετα προβλέπουμε ότι τα επόμενα χρόνια και όσο πιο ασφυκτική θα γίνεται η Ευρωπαϊκή πίεση θα μεγαλώνει. Σκορπίζοντας, βέβαια, σύγχυση, ετσιθελισμό, πίεση στη κοινωνία. Ιδιαίτερα στους μισθωτούς. Όμως αποτελεί μία άμυνα στη πίεση του οικονομικού και όχι μόνο ολοκληρωτισμού της εμφανούς διοίκησης της Κομισιόν και της αφανούς ανελέητης πίεσης των μεγάλων χρηματιστηριακών καπιταλιστικών ομάδων.

Δεδομένης της αγριάδας της Κομισιόν της Ευρωπαϊκής Ένωσης για ορισμένα αγροτικά προϊόντα, όπως βαμβάκι, γάλα κλπ νέοι κλάδοι εισέρχονται στην παραοικονομία. Από ομάδες παραγωγών που δεν θέλουν να αποβιώσουν λόγω ορθολογισμού μιας Κομισιόν, η οποία σκέφτεται περισσότερο τα συμφέροντα μεγάλων βιομηχανιών για εξαγωγές και λιγότερο τα εδώ παραγόμενα.

3. Οι αγορές επιχειρήσεων στο εξωτερικό

Όχι μόνο στα Βαλκάνια αλλά και στην Ευρώπη, ΗΠΑ, Αφρική ακόμα και στην Ασία. Αυτές οι επιχειρήσεις, όπου και να πάνε στηρίζονται σε ένα προλεταριάτο Ελλήνων εργαζομένων, μορφωμένων που γνωρίζουν πολλές γλώσσες, έχουν πολλά διπλώματα. Όπως είναι άνεργοι, αναζητούν εργασία και είναι διατεθειμένοι να εργαστούν σε αυτές τις πολυεθνικές σε όλο τον κόσμο. Οι αγορές θυμίζουν την κατάσταση στη Ναυτιλία μετά το 1950.

Τότε η ναυτιλιακή αγορά πέρναγε κρίση. Μεγάλες ναυτιλίες, όπως αυτή των ΗΠΑ, της Αγγλίας κ.α. διαλυόντουσαν. Πολλοί έλεγαν ότι η ναυτιλία δεν έχει μέλλον, ότι ύστερα από την ισχυρή αναλαμπή του πολέμου δεν μπορεί να επιζήσει. Τότε οι Έλληνες εφοπλιστές αγόραζαν και στα φθηνά αλλά στηριζόντουσαν και στο ναυτεργατικό ελληνικό προλεταριάτο, το οποίο ήταν άνεργο και ήταν υποχρεωμένο να δουλέψει κάτω από άγριες συνθήκες, σαν σκλάβοι στα πέρατα του κόσμου. Οι εταιρίες που αγοράζουν όλο τον κόσμο και σε χαμηλές τιμές, τώρα που γίνεται μεγάλο ξεπούλημα, έχουν αυτό το καινούριο μορφωμένο προλεταριάτο να καλύψει την οποιαδήποτε δραστηριότητα του ελληνικού καπιταλισμού.

4. Βιομηχανία

Ο Σύνδεσμος Ελληνικών Βιομηχανιών στο ΔΕΛΤΙΟ του Σεπτεμβρίου 2001 αναφέρει ότι την εξαετία 1994 2000 η αύξηση της παραγωγής ήταν 2.5% κατά μέσο όρο το χρόνο. Το 1994 με 4.337 βιομηχανικές επιχειρήσεις τα μικτά κέρδη ήταν 1.809.5 δις δρχ. Το 1995 με 5.358 βιομηχανικές επιχειρήσεις έφθασαν 2.084,8 δις δρχ. Το 1996 με 5.368 βιομηχανικές επιχειρήσεις έφθασαν 2.035,8 δις. Το 1997 βιομηχανικές επιχειρήσεις με 5.475 έφθασαν 2.523,3 δις δρχ. Το 1998 με 5.580 έφθασαν 2.970,7 δις δρχ. Το 1999 με 5.638 επιχειρήσεις στο κλάδο της βιομηχανίας τα κέρδη έφθασαν τα 3.391,0 δις δρχ. Το 2000 οι πωλήσεις αυξήθηκαν 13,7% σε σχέση με το 1999 και υπήρχαν τα ανάλογα αυξημένα κέρδη.

Έτος Αριθμός βιομηχανικών επιχειρήσεων Μικτά κέρδη σε δις δραχμές
1994 4.337 4.337,00
1995 5.358 2.084,80
1996 5.368 2.035,80
1997 5.475 2.523,30
1998 5.580 2.970,70
1999 5.638 3.391,00

5. Εξαγωγές

Όλες οι εξαγωγές της Δ. Ευρώπης μαζί με της Ελβετίας και Νορβηγίας, ήταν 2.441 εκ. δολάρια που αντιστοιχεί στο 39,45% των παγκόσμιων εξαγωγών. Όμως το 92% αυτού του ποσοστού αποτελείται από τις μεταξύ τους εξαγωγές. Εξαίρεση παρουσιάζει μόνο η Ελλάδα. Οι εξαγωγές της το 2000 ανήλθαν σε 10.728 δις δολάρια (μικρό ποσοστό στο σύνολο) αλλά το 53% κατευθύνεται προς Τρίτες χώρες και το 43% στις χώρες της Ε.Ε. Το 1994 το 54% κατευθυνόταν στην Ε.Ε. Η τάση των τελευταίων χρόνων είναι η απομάκρυνση από την Ε.Ε. ενώ όλοι οι θεσμοί και υποχρεώσεις δένουν την Ελλάδα με αυτή.

6. Ναυτιλία

Ο πάντοτε ιδιόμορφος αυτός βιομηχανικός τομέας. Οι επιδόσεις της ελληνόκτητου εμπορικής ναυτιλίας ξεπερνάνε κάθε προσδοκία. Πλησίασε το 19% της παγκόσμιας χωρητικότητας. Πρωτοφανές και αδιανόητο λογικά για μια μικρή χώρα 11 εκατομμυρίων κατοίκων. Όμως δεν είναι μόνο η ποσότητα, ο όγκος του εμπορικού στόλου αλλά και μερικά άλλα φαινόμενα. Αφού κυριάρχησε ολοκληρωτικά, με την πλήρη σημασία της λέξεως, μέσα σε έξι χρόνια στην Αδριατική και στις συνδέσεις προς Ιταλία Ευρώπη, τώρα επεκτείνεται σε ακτοπλοϊκές γραμμές της Βαλτικής θάλασσας, της Μάγχη, τη σύνδεση Ιταλίας Τυνησίας, τη σύνδεση Τουρκίας Ιταλίας και υπόσχονται συνέχεια. Αυτό σημαίνει ανάπτυξη όχι μόνο του μεταφορικού κλάδου από τα πλοία αλλά και του ξενοδοχειακού κλάδου, από τα πλοία επίσης. Συγχρόνως την μεγάλη σπουδαιότητα, χειμώνα καλοκαίρι της μεταφοράς εκατοντάδων χιλιάδων φορτηγών τα οποία μεταφέρουν εμπορεύματα προς την Ευρώπη. Να αναφέρουμε ότι οι συναλλαγματικές εισπράξεις, τα τελευταία χρόνια, εξελίσσονται αλματωδώς. Το 1993, 1664 εκ δολάρια, το 1994, 1647 εκ δολάρια, το 1995, 1693 εκ. δολάρια, το 1996, 1807 εκ. δολάρια, το 1997, 1659 εκ. δολάρια, το 1998, 1932 εκ. δολάρια, το 1999, 4872 εκ. δολάρια, το 2000, 8641 εκ. δολάρια.

Συναλλαγματικές εισπράξεις του Ελληνικού ναυτιλιακού κλάδου
Έτος Εκ. Δολάρια
1993 1.644
1994 1.647
1995 1.693
1996 1.807
1997 1.659
1998 1.932
1999 4.872
2000 8.641

Ποιος είναι ο αριθμός των Ελλήνων ναυτικών δεν γνωρίζουμε ακριβώς. Λιγότερος οπωσδήποτε από τα παλαιότερα χρόνια επειδή η σύνθεση πληρώματος μειώθηκε πολύ και ακόμα μπήκαν πολλοί αλλοδαποί στα πλοία. Όμως μεγάλωσε πολύ ο αριθμός των απασχολούμενων στις εργασίες εδάφους. Εταιρίες, προμήθειες, αυτά τα ποσά ήρθαν στην Ελλάδα. Κανείς δεν γνωρίζει πόσα είναι στο σύνολο τα έσοδα και κέρδη της εμπορικής ναυτιλίας. Διαβάζουμε και βλέπουμε την διαρκή ανανέωση του στόλου, τις μεγάλες παραγγελίες, την έκταση των προγραμμάτων του εφοπλισμού. Και όμως φαίνονται τόσο τσιγκούνηδες στο προσωπικό, τους ναυτεργάτες που δημιουργούν αυτόν τον πλούτο. Μεγάλο το χάος που χωρίζει ιδιοκτησία και προλεταριάτο, σ’ αυτή την περίπτωση. Και όμως ο πολλαπλασιασμός και η σοβαρή του παρουσία οφείλεται στην ύπαρξη αυτού του ναυτεργατικού προλεταριάτου. Με την καλύτερη και μακρύτερη παράδοση, συνέπεια και αποτελεσματικότητα.

Χωρίς αυτήν την μεγάλη εργατική ομάδα δεν θα ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθεί αυτό που αποκαλείται θαύμα της ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας και όπου τα μέσα ενημέρωσης αποδίδουν πάντα σε μία μικρή ομάδα εφοπλιστών τους οποίους έχουν θεοποιήσει. Ενώ πολλοί από αυτούς στην προσωπική τους ζωή αποτελούσαν παράδειγμα προς αποφυγής για μία σωστή κοινωνία.

Συνάλλαγμα που απέδωσε ο ελληνικός τουρισμός
Έτος Εκ. Δολάρια
1993 2.869
1994 3.250
1995 3.181
1996 2.971
1997 4.593
1998 5.514
1999 8.296
2000 10.061

Ο Τουρισμός, είναι άλλος ένας τεράστιος κλάδος της Ελληνικής οικονομίας, ο οποίος αποδίδει στην επίσημη και ανεπίσημη οικονομία. Οι εισπράξεις τα τελευταία χρόνια ανέρχονται σε μεγάλα ποσά. Το 1993 ο τουρισμός απέδωσε συνάλλαγμα 2.869 εκ δολάρια. Το 1994, 3.250 εκ. δολάρια. Το 1995, 3.181 εκ. δολάρια. Το 1996, 2.971 εκ. δολάρια. Το 1997, 4.593 εκ. δολάρια. Το 1998, 5.514 εκ. δολάρια. Το 1999, 8.296 εκ. δολάρια. Το 2000, 10.061 εκ. δολάρια. Οι εισπράξεις της τουριστικής βιομηχανίας είναι εμφανείς. Όλοι γνωρίζουν ότι σ’ αυτόν τον τομέα υπάρχει ένα μεγάλο ποσοστό παραοικονομίας, το οποίο διοχετεύεται με διάφορους τρόπους στην άλλη οικονομία. Εδώ ακόμα βρίσκεται το αρχιπέλαγος της μαύρης εργασίας Ελλήνων και αλλοδαπών, από Ανατολή και Δύση.

Βαλκάνια

Πολλές φορές έχουμε μιλήσει λεπτομερώς για την εξόρμηση του ελληνικού καπιταλισμού στα Βαλκάνια κατά την διάρκεια της περασμένης δεκαετίας.

Η οποία συνεχίζεται με αυξανόμενη ένταση. Στην Αλβανία, Μακεδονία Σκοπίων, Γιουγκοσλαβία, Βουλγαρία, Ρουμανία, ακόμα και προς την Τουρκία. Με επενδύσεις που ξεπερνούν τα 3 δις δολάρια, ιδιωτικών και δημόσιων επιχειρήσεων. Τα τελευταία νέα είναι τα εξής. Με εντολή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας η Τράπεζα της Ελλάδας ανέλαβε την διακίνηση, πώληση του ΕΥΡΩ σε όλη την βαλκανική και στην Κύπρο. Αυτό σημαίνει ότι όλα τα ευρωπαϊκά νομίσματα συμπεριλαμβανομένης της δραχμής, που υπάρχουν σε Τράπεζες, Δημόσιο, Ιδιώτες αυτών των χωρών πρέπει να αλλαχτούν μέσω Ελλάδας και φυσικά με τις ανάλογες προμήθειες. Σαν επέκταση της διείσδυσης στα Βαλκάνια εμφανίζεται και η σύνδεση του Χρηματιστηρίου Αθήνα με αυτό του Βελιγραδίου Σερβίας. Χρηματοδοτείται με 613 εκ. δραχμές στο πλαίσιο του Σχεδίου Αναπτυξιακής Βοήθειας και Συνεργασίας της Ελλάδος προς τη Σερβία. Στη συνέχεια έρχεται και η σύνδεση του Χρηματιστηρίου της Κωνσταντινούπολης με τα δύο μέσω των Αθηνών.

Στις 20.11.01 ο υπ. Οικονομικών κ. Χριστοδουλάκης υπέγραψε στο Λονδίνο συμφωνία με τον πρόεδρο του Βρετανικού Χρηματιστηρίου για την δημιουργία Χρηματιστηρίου Νοτιοανατολικής Ευρώπης και Ευξείνου Πόντου στην Ελλάδα.

Η συνεχής επιδίωξη του ελληνικού καπιταλισμού ήταν να του αναγνωρίσουν πρωτοποριακό ρόλο στη ΝΑ περιφέρεια της Ευρώπης με τις επεκτάσεις προς Τουρκία, Πόντο. Τονίζουν πάντα τις δυσκολίες του Ευρωπαϊκού και Αμερικάνικου καπιταλισμού να προσαρμοστούν και να δράσουν σ’ αυτόν τον χώρο. Όπου τίποτα ακόμα δεν είναι σταθεροποιημένο, νομικά καθορισμένο και εγγυημένο και ξεφεύγει των κανόνων που επιδιώκει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο ελληνικός καπιταλισμός φέρεται σαν να γνωρίζει τον χώρο και μπορεί να δράσει σε κινούμενα οικονομικά εδάφη, με όλους τους κινδύνους. Έχει την πείρα ότι ακριβώς σε αυτές τις ασάφειες βρίσκονται τα μεγάλα κέρδη και βέβαια εκτός ελέγχου της Ε.Ε.

Μερικές ακόμα ιδιομορφίες

Υπάρχουν και άλλα ιδιόμορφα στοιχεία της ελληνικής οικονομίας που ενισχύουν τη θέση της. Ενώ την κατηγορούν για αυτά σαν καθυστερημένη. Με συντομία, λόγο χώρου, αναφέρουμε ακόμα την Ιδιοκατοίκηση, την οικογενειακή, ακόμα, υποστήριξη και συγκέντρωση σε μεγαλύτερο βαθμό από τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Τη συνεχή σύνδεση με τα χωριά και την οικονομία τους. Την έξοδο στο εξωτερικό και όχι πλέον σαν χειρώνακτες μετανάστες αλλά με πολλές ξένες γλώσσες και γνώσεις για τις πολυεθνικές δραστηριότητες.

Με δύο λόγια αυτές οι ιδιομορφίες που αναφέρονται σαν άναρχες και καθυστερημένες, βοηθούν να επιζεί η ελληνική οικονομία στους δύσκολους καιρούς της ύφεσης των Δυτικών καπιταλιστικών χωρών.

Αν όμως οι επιδόσεις της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας εμφανίζονται από τις υψηλότερες στην Ευρωπαϊκή Ένωση, επίσης υψηλές εμφανίζονται και οι αντικοινωνικές επιδόσεις. Με την ανεργία σε εξέχουσα θέση που έφθασε το 10,9% το 2001 (Ελευθεροτυπία 27/12/01). Τη στιγμή που δημιουργείται και υπάρχει αυτός ο τεράστιος πλούτος στην Ελλάδα, έχουμε και μια προϊούσα εξαθλίωση των πιο φτωχών και κοινωνικών στρωμάτων. Πολλοί απορούν και αναρωτιούνται αν υπάρχει τόσος πλούτος πως δεν δίνουν και στους φτωχούς αυτής της κοινωνίας. Ερώτημα μάλλον αφελές. Ο καπιταλιστής δεν κερδίζει για να μοιράσει στους προλετάριους του. Σπανίως και μόνο κάτω από την ανάγκη διατήρησης της συνοχής της περιουσίας του παραχωρεί μερικές φορές κάτι παραπάνω από το μεροκάματο και τον μισθό που είναι υποχρεωμένος να δώσει. Αυτός είναι ο άπληστος νόμος του καπιταλισμού.

Μεγιστοποίηση του κέρδους, καμία υποχώρηση στους εργάτες. Να τους πάρεις όσο το δυνατόν περισσότερο από τη δύναμη εργασίας τους και να δώσεις όσο το δυνατόν λιγότερα. Αυτή είναι η αρχή του καπιταλισμού.

Θα αναφερθούμε σε ένα ιστορικό παράδειγμα. Τον καιρό της βασίλισσας Βικτορίας τον 19ο αιώνα, στην Αγγλία, ο αγγλικός καπιταλισμός γνώρισε τον μεγαλύτερο πλούτο του. Επέκταση σε όλη τη γη και απέραντη εκμετάλλευση. Ευτυχώς για εκείνη την εποχή, την οποία θεωρούν τόσο μεγάλη οι ιστορικοί, έχουμε την πιο συγκλονιστική μαρτυρία του μεγάλου Άγγλου συγγραφέα Κάρολου Ντίκενς. Μας δίνει τις ανατριχιαστικές ιστορίες μιας πανίσχυρης και πάμπλουτης βρετανικής αυτοκρατορίας, όπου οι εργάτες του Λονδίνου ζούσαν σε τέτοια αθλιότητα ώστε να πουλάνε τα παιδιά τους. Ο ίδιος δούλεψε όταν ήταν 9 χρονών σε εργοστάσιο σαπουνιών, χωρίς ωράριο και ελάχιστα χρήματα. Όταν διαβάζεις την κοινωνική ζωή εκείνης της θεωρούμενης πιο πλούσιας και δοξασμένης αυτοκρατορίας, ανατριχιάζεις για την σκληρότητα, αδικία και εκμετάλλευση την οποία υφίστανται οι εργατικές τάξεις. Έτσι έγινε και μεγάλωσε ο καπιταλισμός. Βέβαια σήμερα στην Ελλάδα δεν μπορούν να φτάσουν σε τέτοιο σημείο εκμετάλλευσης, αν και κάθε τόσο ακούμε ανατριχιαστικές ιστορίες εκμετάλλευσης εξαθλιωμένων μεταναστών, που έρχονται στην Ελλάδα.

Σαν συμπέρασμα

Ερχόμαστε τώρα στην αποτίμηση της κατάστασης και ποιος αντικειμενικά προβάλλει ο ρόλος της εργατικής τάξης και των εκπροσώπων της σ’ αυτή τη χώρα.
Η Ελληνική οικονομία έχει τις μεγαλύτερες δυνατότητες να ξεφύγει την κρίση, της καπιταλιστικής οικονομίας της Δύσης, ακριβώς λόγω των ανορθόδοξων οικονομικών της στοιχείων για τα οποία τόσες φορές κατηγορούν την Ελλάδα.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο ελληνικός καπιταλισμός δεν επιτίθεται στα εισοδήματα των εργαζομένων. Το επιχείρημα ότι υπάρχει διεθνώς οικονομική κρίση, χρησιμοποιείται για να αρπάξει ότι μπορεί περισσότερα. Η πραγματικότητα είναι ότι ΕΧΕΙ ΚΑΙ ΔΕΝ ΔΙΝΕΙ στους εργαζόμενους. Μπορεί να ενισχύσει τα εισοδήματα των εργαζομένων με περισσότερες χρηματικές και κοινωνικές παροχές, οι οποίες άλλωστε θα ενισχύσουν την κατανάλωση. Επομένως θα αυξήσουν τα μελλοντικά εισοδήματα του ελληνικού καπιταλισμού και του ελληνικού κράτους. Όμως μη περιμένει κανείς τη λογική να πρυτανεύσει στην παρούσα συγκυρία. Δεν υπάρχει καπιταλισμός, όσο και πλούσιος να είναι που να είναι διατεθειμένος να δώσει στους εργαζόμενους.

Ο καπιταλισμός είναι το καθεστώς μεγιστοποίησης του ατομικού κέρδους με οποιουσδήποτε όρους και συνθήκες. Αδιαφορεί για συλλογικότητες και κοινωνική αλληλεγγύη. Οι σχετικές φιλανθρωπίες μερικών και για επιμέρους καταστάσεις δεν επιβραβεύει το καθεστώς. Απομένει πάντα στυγνό και αδυσώπητο με γνώμονα το κέρδος, το ατομικό κέρδος, πάνω από άτομα, ομάδες, έθνη, κοινότητες.

Μόνο η διεκδίκηση και μάλιστα η μαχητική διεκδίκηση, κατάφερε πάντα να βελτιώσει την κατάσταση των ασθενών κοινωνικών τάξεων. Ο ελληνικός καπιταλισμός, ευρισκόμενος τώρα σε μία ανοδική ιμπεριαλιστική φάση, κερδίζει πολλά. Γι αυτό οι συνδικαλιστικές διεκδικητικές θέσεις πρέπει να είναι πιο απαιτητικές. Πιο επιθετικές, αν θέλετε με την ορολογία του σήμερα. Κατ’ αρχήν δεν συζητούμε μειώσεις μισθών, συντάξεων, ασφαλιστικών και κοινωνικών παροχών.

Αντίθετα ζητάμε βελτίωση και αποδεικνύουμε ότι υπάρχουν τα μέσα για να επιτευχθεί. Με δύο λόγια είναι δυνατόν να πάρουν και οι εργαζόμενοι μέρος από όλα αυτά τα τεράστια κέρδη του ελληνικού καπιταλισμού. Η εργατική τάξη συνεχίζοντας αγωνιστικά, ξεφεύγει από την κατάσταση αμύνης και ζητάει τα δικά της Αυτά που της χρωστάνε και την απαραίτητη βελτίωση από την διόγκωση λόγω μεγάλων κερδών, της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας.

Δημήτρης Λιβιεράτος


Σπάρτακος 63, Γενάρης 2002

Αρχείο Σπάρτακου


https://tpt4.org/?p=2895

There is one comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s