Kριτική στις θέσεις του Κ.Σ. της ΚΝΕ για το 8ο Συνέδριο

Σπάρτακος 62, Νοέμβρης 2001

του Κώστα Α. Βήτα

Στις αρχές του Σεπτέμβρη, και ενόψει του Φεστιβάλ της Κ.Ν.Ε. στα τέλη του ίδιου μήνα, δημοσιεύτηκαν από το Ριζοσπάστη οι θέσεις του Κεντρικού Συμβουλίου της νεολαίας του Κ.Κ.Ε. για το επερχόμενο 8ο συνέδριό της το Δεκέμβρη του 2001.
Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την επιρροή του σταλινισμού στην Ελλάδα, τόσο στο εργατικό όσο και στο νεολαιίστικο κίνημα μας υποχρεώνει να τοποθετηθούμε πάνω στις απόψεις που διατυπώνονται στις προσυνεδριακές θέσεις της ηγεσίας της ΚΝΕ. Βέβαια η κριτική ενός άρθρου δεν είναι δυνατόν να είναι πλήρης ή πολύ περισσότερο να υποκαταστήσει την ανάγκη μιας εναλλακτικής προγραμματικής επεξεργασίας.

Όπως διαφαίνεται και από τα αναγραφόμενα του Νίκου Σοφιανού στην Κομμουνιστική Επιθεώρηση (2001, τεύχος 4) οι θέσεις απαντούν “στο πώς θα συμβάλει το κίνημα της νεολαίας στην συγκρότηση του “Μετώπου”, έτσι όπως αυτό προσδιορίζεται από το Κ.Κ.Ε., δηλ, ως “Αντι-ιμπεριαλιστικό, Αντιμονοπωλιακό, Δημοκρατικό, Λαϊκό Μέτωπο”. Σε αυτή την επιδίωξη της Κ.Ν.Ε. δύο είναι χοντρικά τα εμπόδια, τα οποία το Κεντρικό Συμβούλιο εκτιμά ότι πρέπει να αντιμετωπιστούν: πρώτον η επίθεση της αστικής τάξης, της κυβέρνησης και της Ε.Ε. και δεύτερον η διαφαινόμενη, και μέσα από τις θέσεις, έλλειψη συγκροτημένου στελεχιακού δυναμικού.

Το στελεχιακό πρόβλημα της Κ.Ν.Ε.

Σε ό,τι αφορά το πρόβλημα της στελεχιακής συγκρότησης της νεολαίας του κόμματος, πέραν του γεγονός ότι είναι ομολογημένη με τον έναν ή τον άλλο τρόπο από την ίδια την ηγεσία της Κ.Ν.Ε., εκδηλώνεται ολοφάνερα από την ολοκληρωτική απουσία στο κείμενο των θέσεων, έστω, και της παραμικρής απόπειρας ανάπτυξης και παρουσίασης μιας ανάλυσης της περιόδου, με βάση τη μαρξιστική μεθοδολογία, που θα υπερβαίνει την απλή εμπειρική καταγραφή της πραγματικότητας με τη χρήση “μαρξιστικών” λέξεων.

Για το συγκεκριμένο πρόβλημα, η ευθύνη βασικά δεν βαρύνει τα απλά μέλη τις Κ.Ν.Ε., από τα οποία δεν μπορεί κανένας να απαιτήσει την “εν ριπή οφθαλμού” στελεχοποίησή τους και μάλιστα με τη μέθοδο και μόνο της ιδεολογικής αυτομόρφωσης. Το πρόβλημα βαρύνει κυρίως τις πλάτες της ίδιας της ηγεσίας της Κ.Ν.Ε., που λειτουργεί συστηματικά ως το φυτώριο της μελλοντικής γραφειοκρατίας του ΚΚΕ εδώ και πάρα πολλές δεκαετίες Για την κατάσταση του οποίου, πάλι θα πρέπει να ξεχωρίσουμε τη στάση των απλών μελών του από το μηχανισμό του κόμματος. Η λειτουργία της νεολαίας εξαρτάται και προσδιορίζεται άμεσα από την εφαρμογή στην πράξη της σταλινικής παραμόρφωσης της θεωρίας για το κόμμα “νέου τύπου.

Η θεωρητική άγνοια, που χαρακτηρίζει γενικά την Κ.Ν.Ε., περιορίζει τη δυνατότητα ανάπτυξης κριτικής σκέψης και διατύπωσης διαφορετικών απόψεων στο εσωτερικό της οργάνωσης και καταργεί στην πράξη την εσωτερική δημοκρατία, αυτήν την οποία σε άλλες συνθήκες δεν δίστασε να καταργήσει με διοικητικά μέτρα το ίδιο το κόμμα, εξαπολύοντας πογκρόμ διαγραφών ενάντια σε νεολαίους όποτε οι τελευταίοι αμφισβήτησαν τις επιλογές της ηγεσίας του Κ.Κ.Ε.. Έτσι έγινε για παράδειγμα, με τη διαγραφή της τάσης του Γράψα απ’ την οποία προέκυψε το Ν.Α.Ρ., διαλύοντας τότε ουσιαστικά την κομματική νεολαία, γεγονός που παίζει σημαντικό ρόλο στο σημερινό στελεχιακό πρόβλημα, καθώς οι διαγραφέντες διέθεταν μεγαλύτερο “πολιτικό βάρος” εν συγκρίσει με τα τωρινά στελέχη της Κ.Ν.Ε..

Αλλά, η κατάσταση της θεωρητικής ακρισίας, αναδεικνύεται επίσης από την αδυναμία άσκησης μιας ουσιαστικής κριτικής απέναντι τόσο στις παρατάξεις της δεξιάς όσο και στα διάφορα σχήματα της αριστεράς, πολύ δε περισσότερο όταν τα τελευταία αναφέρονται στον μαρξισμό.

Το κενό, το οποίο δημιουργεί η έλλειψη μιας μαρξιστικής ανάλυσης και μιας ουσιαστικής πολιτικής επιχειρηματολογίας, καλείται, λοιπόν, να γεμίσει η επίκληση στο “περί δικαίου” αίσθημα των μελών της Κ.Ν.Ε., η ιστορία του κόμματος, και η ταυτόχρονη “δαιμονοποίηση” κάθε ανταγωνιστικής συλλογικότητας μέσα στο νεολαιίστικο και το εργατικό κίνημα, καλλιεργώντας, έτσι, με ένα στρεβλό τρόπο τον “κομματικό πατριωτισμό”, και υιοθετώντας τις ίδιες γραφειοκρατικές πρακτικές που εφαρμόζει το Κ.Κ.Ε..

Η ανάλυση(;) της περιόδου και της συγκυρίας

Παρά το γεγονός ότι ο εκφυλισμός και η κατάρρευση των καθεστώτων της ανατολικής Ευρώπης έχει εξαιρετική σημασία για την κατανόηση της παγκόσμιας κατάστασης που διαμορφώθηκε τα τελευταία χρόνια, η Κ.Ν.Ε., όπως και το κόμμα, δεν μπαίνει στη διαδικασία να εξηγήσει τα πραγματικά αίτια αυτής της ιστορικής ήττας, της πρώτης ουσιαστικά προσπάθειας για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού στον κόσμο, μολονότι κάτι τέτοιο δεν είναι πολυτέλεια, αλλά απαίτηση της ίδιας της εργατικής τάξης και της νεολαίας για την αποκατάσταση του κομμουνιστικού οράματος και της μαρξιστικής θεωρίας.

Μέσα στο γενικότερο κλίμα υποχώρησης της ταξικής συνείδησης, που χαρακτηρίζει την εποχή μετά την κατάρρευση, με ελάχιστες ανά τον κόσμο εξαιρέσεις, των γραφειοκρατικά παραμορφωμένων εργατικών κρατών, σωστά επισημαίνεται η ενδυνάμωση των αντικομουνιστικών απόψεων και προκαταλήψεων, ιδιαίτερα δε σε φάσεις έξαρσης των νεολαιίστικων αντιστάσεων, όπως επίσης και το γεγονός ότι η ιστορία ξαναγράφεται από τους νικητές κατά πώς τους βολεύει, με προφανή στόχο να απαλειφθεί από τη συνείδηση της ανθρωπότητας ό,τι θετικό μπορεί να προσφέρει έμπρακτα η υλοποίηση της κατάργησης της ατομικής ιδιοκτησίας και η σχεδιοποίηση της οικονομίας στο πλαίσιο ενός εργατικού κράτους.

Αντίθετα όμως με αυτές τις ορθές επισημάνσεις, οι θέσεις δεν αναφέρονται καθόλου στα αίτια τις ενδυνάμωσης του αντικομουνισμού και γενικότερα της συντηρητικοποίησης, και ασφαλώς ούτε λόγος για τη σταλινική παραμόρφωση, τα αίτιά της και τον ρόλο που έπαιζε, ως ιδεολογική έκφραση των κοινωνικών συγκρούσεων στο εσωτερικό των πάλε ποτέ “σοσιαλιστικών” κοινωνιών, τόσο στην κατάρρευση των συγκεκριμένων κοινωνικών σχηματισμών, όσο και στην υποχώρηση του εργατικού κινήματος και των λοιπών κινημάτων στις υπόλοιπες χώρες του κόσμου και κυρίως σε αυτές της δυτικής Ευρώπης.

Έτσι, η λογική αναγκαιότητα του σοσιαλισμού, περιορίζεται στο να προκύπτει ως αποτέλεσμα των “αντιφάσεων και των αντιθέσεων” που χαρακτηρίζουν τον καπιταλισμό, κατά κανέναν όμως τρόπο δεν προβάλλεται ως ένα εναλλακτικό σύστημα το οποίο διέπεται από έναν ορθολογισμό που το καθιστά λειτουργικότερο από το υπάρχον και δικαιότερο, καθώς πουθενά δεν αναλύεται το προτσές της εξέλιξης του εργατικού κράτους, ενός δηλαδή μεταβατικού καθεστώτος ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η αντίληψη των θέσεων για την σχέση εθνικού διεθνικού. Ο εμπειρισμός, τους καθιστά ανίκανους να ξεπεράσουν την αντιμαρξιστική θεωρία της δυνατότητας οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μια μόνο χώρα ή σε κάθε χώρα χωριστά. Περιοριζόμενοι σε ζητήματα άμεσης δράσης, δεν αναφέρονται καθόλου στον ιδιαίτερο ρόλο του διεθνισμού σε ότι αφορά την ουσία του σοσιαλισμού. Αδυνατούν να κατανοήσουν ότι ο διεθνισμός στηρίζεται στην παγκόσμια ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, στην παγκόσμια επέκταση της πάλης των τάξεων και στην παγκόσμια αλλά ανισόμετρη ανάπτυξη της οικονομίας.

Καμιά διάκριση δεν φαίνεται στο κείμενο των θέσεων ανάμεσα στην περίοδο της επέκτασης και της κυριαρχίας του νεοφιλελευθερισμού που είναι η έκφραση της διεθνούς αστικής αντεπίθεσης σε συνθήκες σταδιακής υποχώρησης των εργατικών και κοινωνικών κινημάτων, στο πλαίσιο της μακρόχρονης πορείας οικονομικής συρρίκνωσης της καπιταλιστικής οικονομίας από τις αρχές της δεκαετίας του ’70 και ύστερα και την προηγούμενη περίοδο του μεταπολεμικού κύματος οικονομικής ανάπτυξης, που ξεκίνησε μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και χαρακτηρίζεται από τον κεϋνσιανής εμπνεύσεως κρατικό παρεμβατισμό στις οικονομίες των καπιταλιστικών χώρων, τη συγκρότηση του λεγόμενου «κράτους πρόνοιας», τη διαίρεση του κόσμου σε δύο αντίπαλα συστήματα, και την επίδραση του ανατολικού μπλοκ στις κοινωνικές και οικονομικές παραχωρήσεις των αστικών τάξεων προς τους εργαζόμενους της Δ. Ευρώπης.

Εξαφανίστηκαν λοιπόν όλες οι διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στις δύο περιόδους; Ή μήπως μέσα στα όρια του ιμπεριαλισμού ως ιδιαίτερου σταδίου ανάπτυξης του καπιταλισμού δεν υπάρχουν περίοδοι με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά; Αυτή η έλλειψη φυσικά δεν υπάρχει μόνο στις θέσεις του κεντρικού συμβουλίου της Κ.Ν.Ε.. Είναι χαρακτηριστική και στις εκτιμήσεις του Κ.Κ.Ε..

Δεν αναδεικνύεται, ούτε αναλύεται το εύρος του ανταγωνισμού ανάμεσα στις ΗΠΑ, την Ε.Ε. και τις υπόλοιπες μεγάλες χώρες και οικονομικές ενώσεις. Δεν γίνεται καμία αναφορά για τις εξελίξεις που συντελούνται στην Κίνα και τα λοιπά απομεινάρια σταλινικών καθεστώτων ή για τη φύση και τις προοπτικές των κοινωνιών αυτών, ενώ απουσιάζει οποιαδήποτε προσπάθεια κατανόησης του βαθμού στον οποίο έχει προχωρήσει η Ε.Ε. τη μετάλλαξή της από ζώνη οικονομικής συνεργασίας σε μια μορφή συνομομοσπονδιακού κράτους.

Με φόντο την κρίση στα Βαλκάνια, οι θέσεις κάνουν, εύστοχα, λόγο για την ανάγκη ισότιμης συνεργασίας, την ανάπτυξη της αλληλεγγύης και της φιλίας των λαών κόντρα στις νατοϊκές επεμβάσεις, όλα αυτά ωστόσο ιδωμένα σε μια πατσιφιστική βάση, υιοθετώντας τη λογική του απαραβίαστου των συνόρων. Αυτό καταδικάζει εκ προοιμίου την λενινιστική θεώρηση προάσπισης του αιτήματος της εθνικής αυτοδιάθεσης. Φυσικά, είναι αυτονόητο, σε καμία περίπτωση η προάσπιση της αυτοδιάθεσης δεν επιτρέπεται να γίνει το άλλοθι για ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις των μεγάλων δυνάμεων, σε οποιαδήποτε περιοχή του κόσμου.

Στη βάση του γενικότερου εμπειρισμού που διακρίνει τις θέσεις, επισημαίνεται η επιδίωξη του ελληνικού κεφαλαίου να παίξει πιο ενεργητικό ρόλο στους σχεδιασμούς και την υλοποίηση της “νέας τάξης”. Αλλά από αυτήν την πολύ σημαντική επισήμανση δεν εξάγεται το παραμικρό συμπέρασμα όσον αφορά τα καθήκοντα που μπαίνουν μπροστά μας, και ασφαλώς δεν γίνεται καμία απολύτως επανεκτίμηση ούτε της σταλινικής θεωρίας της εξάρτησης του ελληνικού καπιταλισμού, ούτε του κοινωνικοπολιτικού χαρακτήρα που θα πρέπει να έχει το μέτωπο για την αναγκαιότητα του οποίου κάνει λόγο το Κ.Κ.Ε. και η Κ.Ν.Ε..

Προβληματικές είναι οι θέσεις, εξάλλου, πάνω σε ορισμένα από τα σημαντικότερα προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας, αναφορικά με τους νέους και τις νέες σήμερα. Στον αγώνα ενάντια στην αντιμεταρρύθμιση της εκπαίδευσης, παρά την θετική υποστήριξη του αιτήματος για ενιαία ανώτατη εκπαίδευση. Στέκεται πολύ επιφανειακά σε αυτό που η ίδια αποκαλεί ως διεκδικητικό της αίτημα “πτυχία: αφού αδυνατεί να πεξεργαστεί θέσεις για τα προγράμματα σπουδών, τηνκριτική των σχολικών βιβλίων, το ρόλο του σχολείου στα πλαίσια της διευρυνόμενης αναπαραγωγής της καπιταλιστικής εμπορευματικής παραγωγής.

Σχετικά με το πρόβλημα των “ναρκωτικών”, η επιμονή του Κ.Κ.Ε. και τις Κ.Ν.Ε. σε κατασταλτικά μέτρα από τη μεριά του κράτους είναι αποδεδειγμένο ότι δεν συμβάλει στον περιορισμό του αριθμού των χρηστών. Γιατί να ενδιαφερθεί το οποιοδήποτε αστικό κράτος για τους χρήστες πραγματικά, όταν είναι γνωστό ότι το λαθρεμπόριο “ναρκωτικών” αποτελεί μια από τις πλέον επικερδής οικονομικές δραστηριότητες πέραν του γεγονότος ότι η διάδοση ψυχοτρόπων ουσιών αποτελεί μια από τις δικλίδες του συστήματος για τον περιορισμό της κοινωνικής αμφισβήτησης; Εν κατακλείδι, είναι εφικτό στο καπιταλισμό να μην υπάρχει αλλοτρίωση του ανθρώπου που τελικά προκαλεί την ανάπτυξη τάσεων φυγής από την πραγματικότητα;

Για το Μέτωπο

Όσον αφορά την πρόταση του Κ.Κ.Ε. και της Κ.Ν.Ε. για το μέτωπο αναφέρεται συγκεκριμένα ότι “… είναι μια συμμαχία όπου συμπαρατάσσονται κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις, διαφορετικές μεταξύ τους, που συμφωνούν στον αγώνα κατά της ιμπεριαλιστικής νέας τάξης, των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, που δεν ενσωματώνονται στα σενάρια σταθεροποίησης του πολιτικού συστήματος και διαχείρισης της κατάστασης. Προβάλλει την ανάγκη μιας λαϊκής οικονομίας, την προοπτική μιας λαϊκής εξουσίας. Βασίζεται στη λαϊκή πάλη, τη λαϊκή συμμετοχή και οργάνωση… Για τη δημιουργία του Μετώπου το Κ.Κ.Ε. δεν θέτει σαν προϋπόθεση τη συμφωνία για το σοσιαλισμό. Επιδίωξη είναι ο λαός και η νεολαία να πείθονται από την εμπειρία τους, γιατί η λαϊκή εξουσία θα είναι εξουσία της εργατικής τάξης και των συμμάχων της, η σοσιαλιστική εξουσία…”

Τίποτα δεν φαίνεται να διαφοροποιεί την παραπάνω πρόταση από την αντίληψη που σταθερά διαπνέει τα σταλινικά κόμματα αναφορικά με το χαρακτήρα των μετώπων που κατά καιρούς συνάπτουν. Αντίθετα, παραμένει πεισματικά προσκολλημένη στη λογική του λαϊκού μετώπου την οποία ουδέποτε εγκατέλειψε το συγκεκριμένο ρεύμα και που θεωρητικοποίησε κατά το 7ο Συνέδριο της Κομουν. Διεθνούς το 1935. Έτσι, η συμπαράταξη κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων διαφορετικών μεταξύ τους παραπέμπει σε μια πολιτική ταξικής συνεργασίας, μεταξύ της εργατικής τάξης και τμημάτων της αστικής, στο πλαίσιο της υποταγής των ανεξάρτητων συμφερόντων των εργατών στα συμφέροντα της μερίδας εκείνης του κεφαλαίου που, τσακισμένη από τις ολέθριες και για την ίδια συνέπειες της ασκούμενης νεοφιλελεύθερης πολιτικής και της λεγόμενης “παγκοσμιοποίησης”, επιδιώκει την εφαρμογή μιας πολιτικής κρατικού παρεμβατισμού, καθώς και την επιστροφή σε ένα καθεστώς οικονομικού προστατευτισμού, για την εξασφάλιση της επιβίωσής της. Με τέτοια κομμάτια της αστικής τάξης είναι που βλέπει το κόμμα τη δυνατότητα να διεξάγει “αγώνα κατά της ιμπεριαλιστικής νέας τάξης, των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, που δεν ενσωματώνονται στα σενάρια σταθεροποίησης του πολιτικού συστήματος και διαχείρισης της κατάστασης.”

Το γεγονός ότι το Κ.Κ.Ε. σήμερα αρνείται με πάθος τη “διαχείριστική λογική είναι αποτέλεσμα της συμμετοχής του στην κυβέρνηση Τζανετάκη από κοινού με τη Νέα Δημοκρατία για την καταπολέμηση της πασοκικής διαφθοράς, και κατόπιν στην οικουμενική κυβέρνηση Ζολώτα μαζί με τη Νέα Δημοκρατία και το ΠΑ.ΣΟ.Κ. την οποία βέβαια ποτέ δεν ανακάλεσε δημοσίως. Μπροστά σε αυτή τη για άλλη μια φορά, «ηρωική» σελίδα της κομματικής ιστορίας, η αναφορά στις συνεργασίες με τη δεξιά σε επίπεδο εκλογών για την ανάδειξη αντιπροσώπων στα όργανα της τοπικής αυτοδιοίκησης πιθανόν περιττεύει….

Η αντίληψη περί μετώπου του κόμματος και της νεολαίας δεν υπερβαίνει μια λογική κεϋνσιανής διαχείρισης του αστικού συστήματος Η θέση για την ανάγκη μιας “λαϊκής οικονομίας”, η προοπτική μιας “λαϊκής εξουσίας” βασίζεται μεταξύ άλλων στη λεγόμενη “λαϊκή συμμετοχή”. Μήπως αυτό σημαίνει ότι επιλέγεται, στην καλύτερη περίπτωση, η συνδιαχείριση και όχι η αυτοδιαχείριση από τους ίδιους τους εργαζομένους της κοινωνικοποιημένης οικονομίας και της εργατικής εξουσίας;

Το κόμμα και η νεολαία δεν απέφυγαν τη συστηματική εχθρική αντιμετώπιση των υπολοίπων τάσεων της αριστεράς και κυρίως εκείνων κομμουνιστικής αναφοράς (τις τελευταίες δε χαρακτηρίζει συλλήβδην ως αντικομουνιστικών αντιλήψεων), επιτρέποντας έτσι τη δικαιολογημένη διατύπωση μιας διαρκούς κριτικής για σεχταρισμό. Και παρά τα γεγονός ότι ο σεχταρισμός πλήττει αφόρητα και το χώρο της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, δεν είναι δυνατό να εξισώνονται οι ευθύνες ενός μαζικού κόμματος με τις αντίστοιχες ευθύνες αριστερών κομμάτων και οργανώσεων καθόσον δεν είναι αυτές που διαμορφώνουν την υπάρχουσα πολιτική και ταξική συνείδηση. Η θέση ότι η συγκρότηση του μετώπου δεν προϋποθέτει την αποδοχή από τις διάφορες συνιστώσες πέραν του Κ.Κ.Ε. του “σοσιαλισμού”, αποτελεί κατά συνέπεια μια ακόμα απόδειξη της λογικής του κυβερνητισμού από τον οποίο εμφορείται, έστω και αν αυτός εκδηλώνεται με λανθάνουσα μορφή εξαιτίας της σταθερότητας του δικομματισμού στην Ελλάδα.

Συμπεράσματα

Όσο σημαντικό είναι να διατυπώνεται μια ουσιαστική κριτική απέναντι στο Κ.Κ.Ε. και την Κ.Ν.Ε., τόσο επικίνδυνο πολιτικά είναι να ξεχνάμε ότι, έστω και υπό το βάρος της γραφειοκρατικής λειτουργίας και του σταλινισμού τους, δεν παύουν να αποτελούν τη σημαντικότερη δύναμη των εργατών και την νεολαίας. Στην αριστερά, αλλά και σε άλλους χώρους, προφήτεψαν ένα πρόωρο τέλος τους, σπεύδοντας να αναζητήσουν διάδοχες καταστάσεις. Παρόλα αυτά και παρά τις μεγάλες διασπάσεις που γνώρισαν τόσο από τα αριστερά τους όσο και από τα δεξιά τους κατά τη διάρκεια των τελευταίων δέκα περίπου χρόνων, ήταν το κόμμα και η νεολαία του που αναγεννιόταν κάθε φορά από τις στάχτες του και όχι οι υπόλοιπες συνιστώσες της αριστεράς. Η μηχανιστική μεταφορά της πορείας των σταλινικών κομμάτων της Ευρώπης στην ελληνική πραγματικότητα, αποδεικνύει τουλάχιστον άγνοια, τόσο της ιστορικής σχέσης ανάμεσα στην ελληνική εργατική τάξη και το Κ.Κ.Ε., μια σχέση που σφυρηλατήθηκε υπό την επίδραση ιδιαίτερων σε σημασία και ένταση πολιτικών γεγονότων (εμφύλιος, παρανομία, εξορίες, κ.τ.λ.), όσο και του ρόλου που έχουν παίξει, αφενός μεν η ύπαρξη του Συνασπισμού, ο οποίος έχοντας εκφράσει το ρεύμα εκείνο των πρώην σταλινικών που σοσιαλδημοκρατικοποιήθηκαν, εμποδίζει το ΚΚΕ από το να ακολουθήσει μια ανάλογη πορεία, αφετέρου δε η ισχύς του δικομματισμού που δεν επιτρέπει στο κόμμα να εκδηλώσει ανοιχτά τη διάθεσή του για συμμετοχή σε πολυκομματικές κυβερνήσεις. Δεν θα πρέπει να εκπλαγούμε αν το Κ.Κ.Ε. και η Κ.Ν.Ε. υιοθετήσουν σταδιακά την κριτική αντιπολιτευόμενων αριστερών ομάδων προκειμένου να μπορέσουν να εξασφαλίσουν την επιβίωση του κομματικού μηχανισμού και της γραφειοκρατίας. Σε κάθε περίπτωση, είναι υποχρέωσή μας να παρακολουθούμε της εξελίξεις που συντελούνται στο εσωτερικό τους, και να είμαστε ανοιχτή σε συνεργασίες μαζί τους στο επίπεδο της δράσης, με την προϋπόθεση ότι είναι εφικτή στα πλαίσια τέτοιων συνεργασιών μετωπικού χαρακτήρα η ανάπτυξη διαφορετικών απόψεων και η ελεύθερη άσκηση κριτικής μεταξύ των δυνάμενων που δρουν από κοινού.

Δεν καλλιεργούμε αυταπάτες. Το Κ.Κ.Ε. και η Κ.Ν.Ε. δεν πρόκειται να ασχοληθούν με ομάδες και αγωνιστές που κινούνται σε περισσότερο αριστερή κατεύθυνση αν δεν βρουν απέναντί τους μια υπολογίσιμης δυναμικότητας αντικαπιταλιστική αριστερά. Ούτε οι εργαζόμενοι και οι νέοι, που είναι υποστηρικτές και μέλη του κόμματος και της νεολαίας του, θα υπερβούν τα όρια του σταλινισμού και θα κινηθούν προς οργανώσεις που αναφέρονται στον επαναστατικό μαρξισμό, αν οι τελευταίες δεν κατορθώσουν να συγκροτήσουν έναν αξιόλογο πόλο με αντικαπιταλιστικό προσανατολισμό. Η τάση που έχει λοιπόν η Κ.Ν.Ε., σε ευθεία συνάρτηση με την όλη λογική και πρακτική του κόμματος, να προσπαθεί ούτε λίγο ούτε πολύ να καπελώσει και, αν είναι δυνατό, να τσακίσει κάθε άλλο αριστερό σχηματισμό, μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με τη συσπείρωση και τη μεγέθυνση της ριζοσπαστικής αριστεράς σε ανταγωνιστική κατεύθυνση χωρίς όμως να επιδεικνύει σεχταριστικό πνεύμα τόσο απέναντι στο σταλινισμό όσο και απέναντι στη σοσιαλδημοκρατία.

Κώστας Α.Βήτα


Σπάρτακος 62, Νοέμβρης 2001

Σπάρτακος αρχείο



https://tpt4.org/?p=2634

There is one comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s