Το κίνημα μετά τη Γένοβα

Σπάρτακος 62, Νοέμβρης 2001

του François Vercammen

Το κίνημα μετά τη Γένοβα

Η «μάχη» της Γένοβας θα περάσει στην κοινωνική ιστορία. Έχει στείλει εκρηκτικά κύματα σε κάθε πολιτική σφαίρα. Χάρη στην τηλεόραση διείσδυσε στα πιο συνηθισμένα νοικοκυριά στις πιο απομακρυσμένες γωνιές του πλανήτη.
Το τελικό προσώρας αποτέλεσμα δεν τίθεται σ’ αμφιβολία. Μια βαρεία ηθική συμβολική ήττα για τις συναθροισμένες ιμπεριαλιστικές κυβερνήσεις. Η κυβέρνηση Μπερλουσκόνι, ενώ θέλησε να καταπνίξει το κίνημα, κατόρθωσε να δώσει το «εναρκτήριο λάκτισμα» για την επαναδραστηριοποίηση των εργατών / τριών και της νεολαίας. Αλλά προπάντων, μια νέα πολιτική γενιά βασιζόμενη στην «αντιπαράθεση με το σύστημα» έχει αναδυθεί σε διεθνή κλίμακα.

του Φρανσουά Βερκάμεν


Το πολιτικό ιδεολογικό κλίμα αλλάζει: μια νέα περίοδος ανασυγκρότησης του κινήματος των εκμεταλλευόμενων και καταπιεσμένων έχει ανοίξει, ενώ η καπιταλιστική επίθεση επιταχύνεται και τμήμα της παγκόσμιας οικονομίας εισέρχεται σε ύφεση. Η ελπίδα με το μέρος του κινήματος. Το τελευταίο βγαίνει δυναμωμένο σ’ όλα τα επίπεδα, θα γνωρίσει μια νέα γεωγραφική επέκταση και θ’ αυξήσει την επιρροή του στην κοινωνία. Πλέον έχει επιβληθεί στη δημόσια συζήτηση.

Το να διαταράζεις της συναντήσεις των ιμπεριαλιστικών θεσμών είναι ένα πράγμα, το να σταματάς, όμως, τη λειτουργίας τους, να σταματάς πραγματικά την καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση είναι ένα άλλο. Ξαφνικά, γρηγορότερα και εντονότερα απ’ ότι κανείς θα μπορούσε να είχε σκεφτεί, ανοίγει στο εσωτερικό του κινήματος η στρατηγική, προγραμματική και τακτική συζήτηση.

Έχοντας σκορπίσει το κλίμα της παραίτησης, αναγεννήσει την ελπίδα «ενός νέου καλύτερου κόσμου», αναζωογονήσει την πάλη του προλεταριάτου, το νέο κίνημα είναι από ‘δω και στο εξής μπλεγμένο σε μια περίπλοκη διαλεκτική σχέση με το «πραγματικό» εργατικό και λαϊκό κίνημα.

Έχει γίνει ζήτημα για όλες τις συντηρητικές δυνάμεις του καπιταλισμού: αφεντικά, κυβερνήσεις, σοσιαλδημοκρατικούς γραφειοκρατικούς μηχανισμούς. Ξεκινώντας από τις νέες του ευθύνες, θα ‘πρεπε να διευρύνει τις αναλύσεις του και να ριζοσπαστικοποιήσει τις προτάσεις του. Η νίκη στη Γένοβα έχει ανοίξει μια νέα φάση στην ταξική πάλη.

Μια εξόχως συμβολική νίκη

Είναι η κυρίαρχη τάξη, ειδικώς εκείνη των ΗΠΑ, που έχει αναβαθμίσει το ρόλο του G7 (των επτά μεγαλύτερων ιμπεριαλιστικών χωρών: Ηνωμένες Πολιτείες, Καναδάς, Ιαπωνία, Γερμανία, Μεγ. Βρετανία,, Γαλλία, Ιταλία). Αυτό που αρχικά ήταν μια σχετικά διακριτική και πρακτικού χαρακτήρα συνάντηση (το 1975 οι μεγάλες δυνάμεις συναντήθηκαν για πρώτη φορά για να αντιμετωπίσουν τη μεγαλύτερη νομισματική κρίση της μεταπολεμικής περιόδου) μεταμορφώθηκε σε μια απόπειρα να επιβληθεί μια ισχυρή διεθνής ηγεσία ικανή να επιτηρεί τον πλανήτη. Η Γένοβα ήταν το τέλειο παράδειγμα αυτής της απόπειρας.

Ωστόσο η γένεση παγκόσμιων «κρατικών» θεσμών παραμένει ένας γιγαντιαίος στόχος για τις κυρίαρχες τάξεις του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Η ίδρυση τους προσκρούει σε σημαντικά προβλήματα. Οι αντιφάσεις μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων είναι έντονες και οι όποιοι νέοι θεσμοί στερούνται εξυπαρχής κάθε λαϊκής νομιμότητας(1).

Με σκοπό να ξεπεραστούν αυτές οι δυσχέρειες, το τερατώδες σχέδιο της Πολυμερούς Συμφωνίας για τις Επενδύσεις (ΜΑΙ) αποσκοπούσε στη μυστική επιβολή μιας οικουμενικής προστασίας για τις «ξένες επενδύσεις» παραμερίζοντας τους νόμους των εθνικών κρατών!

Τα αποκρουστικά αναδιαρθρωτικά σχέδια που το ΔΝΤ επέβαλε στις χώρες που αντιμετωπίζουν δυσκολία πληρωμών γέννησε μια ψευδαίσθηση αποτελεσματικότητας. Μετά την Ασιατική, Ρωσική, Βραζιλιάνικη και Αργεντίνικη, τώρα, κρίση, ο πολιτικός προσανατολισμός του ΔΝΤ βρίσκεται σ’ απόλυτο αδιέξοδο.

Το πιο σταθερό σημείο του θεσμικού αυτού πλαισίου ήταν, εν απουσία παγκόσμιας κυβέρνησης, το G7: οι κυβερνήσεις των κύριων ιμπεριαλιστικών χωρών υπό την καθοδήγηση των ΗΠΑ (και η Ρωσία προσήλθε στο τραπέζι για συγκεκριμένα θέματα, μετατρέποντας το G7 σε G8). Κάποιες ασκήσεις επί του προχείρου προηγήθηκαν της Γένοβας: Μια πρόσκληση την τελευταία στιγμή, σε μερικούς αφρικανούς και ασιάτες ηγέτες ως μια χειρονομία προς τον «Τριτοκοσμισμό».

Κάποια «παραπλάνηση»: Οι δηλώσεις του Ruggiero, Ιταλού Υπουργού Εξωτερικών και πρώην μεγαλοπαράγοντα της Fiat ότι «μοιράζεται τους ίδιους αντικειμενικούς στόχους» με τις προγραμματισμένες διαδηλώσεις. Μετά μια στροφή 180ο μοιρών: η υιοθέτηση από τον Μπερλουσκόνι ενός «παλαιοφασίζοντος» τόνου ισχυριζόμενος «ότι όποιος διαδηλώνει εναντίον του G8 είναι εχθρός της Δύσης».

Την επόμενη του φόνου του Κάρλο Τζουλιάνι, ήμασταν μάρτυρες των εκφράσεων ήττας εκ μέρους των μεγάλων ηγετών, ενώ ο Σιράκ υποστήριζε τα δικαιώματα των διαδηλωτών. Η τελική έκβαση ήταν η πρόωρη και διάσπαρτη αναχώρηση των «μελών αυτής της παγκόσμιας κυβέρνησης όταν τα κακοποιημένα και βασανισμένα θύματα της «αστραπιαίας επίθεσης» στο διοικητήριο του GSF (Κοινωνικού Φόρουμ της Γένοβας) προβάλλονταν από τις οθόνες σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Τότε σημειώθηκε το αποκορύφωμα του κυνισμού: Εξαγγέλθηκε η σύσταση ταμείου για την καταπολέμηση του AIDS.

Το χρηματικό ποσό είναι γελοίο(2), αλλά στην πραγματικότητα δεν πρόκειται καν για νέα χρήματα, απλώς για αναδιοργάνωση ενός ήδη υπάρχοντος αποθέματος.
Ποια σημασία θα προσλάβει η μάχη στη Γένοβα; Η επίδρασή της θα εξαπλωθεί στο χρόνο και θα δράσει σε διαφορετικά επίπεδα ανάλογα με τη χώρα. Είναι δύσκολο να «σφυγμομετρήσουμε ακριβώς την παγκόσμια κοινή γνώμη» αλλά η διαρκής εικόνα που θα παραμείνει (πέρα από τη βία) είναι εκείνη της ομάδας των ηγετών πότε απομονωμένης σε ένα πλοίο, πότε περικυκλωμένης από συρματοπλέγματα και πότε πίσω από ένα «νέο τοίχος» πολιορκούμενο από εκατοντάδες χιλιάδων διαδηλωτών μεγάλης ή λιγότερο μεγάλης ηλικίας και προπαντός νέων, προερχόμενων απ’ όλο των πλανήτη, απ’ όλες τις προοδευτικές πολιτικές τάσεις, μια εντυπωσιακή ποικιλία κινημάτων, ομοσπονδιών, επιτροπών και ούτω καθεξής. Μια πελώρια κινητοποίηση της νεολαίας, γενναιόδωρη, μαχητική, διεθνιστική, που αξιώνει «ένα διαφορετικό κόσμο». Οι κυρίαρχοι του κόσμου ήθελαν τη μάχη αυτή για να επικρατήσουν στην κοινή γνώμη. Την έχουν χάσει. Η απόπειρα να επιβάλουν ένα είδος παγκόσμιας κυβέρνησης έχει βουλιάξει. Μ’ όλα αυτά η «καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση» δεν έχει σταματήσει, ούτε η λειτουργία αυτών των πολιτικών, τεχνοκρατικών και οικονομικών συναντήσεων. Εφεξής η στρατηγική συζήτηση τίθεται επί τάπητος.

Αναταραχή στην Ιταλία

Στην Ιταλία ολόκληρη η πολιτική κοινωνία επρόκειτο να κρίνει το Μπερλουσκόνι (τον οποίο εξεδίωξε από την κυβέρνηση το 1994 επειδή δεν ήταν ικανός να διατηρήσει την κοινωνική ειρήνη) για την ικανότητά του να διαχειριστεί τη συνάντηση του G8. Έτσι η Γένοβα επέδρασε αισθητά προτού ξεκινήσουν οι διαδηλώσεις.

Γνωρίζουμε το αποτέλεσμα. Ένα μήνα αργότερα τα παρεπόμενα της Γένοβας στα Μ.Μ.Ε. δεν είχαν λείψει ούτε μια μέρα. Η επίδραση της αστυνομικής βαναυσότητας, η σύσταση εξεταστικής επιτροπής του κοινοβουλίου σχετικά με τα γεγονότα, η αμφισβήτηση ορισμένων υπουργών (ιδιαιτέρως εκείνου των εσωτερικών), οι τεταμένες σχέσεις της ιταλικής κυβέρνησης με κάποιες κυβερνήσεις της Ε.Ε., των οποίων πολίτες αυθαίρετα συνελήφθησαν. Ο αγώνας για την οργάνωση της αλληλεγγύης (προς τους συλληφθέντες) δεν είχε παύσει.

Σε πολιτικό επίπεδο η κυβέρνηση είχε συνεχίσει την επίθεση λογαριάζοντας στην δειλία της πρώην κυβέρνησης κεντροαριστεράς (Ρουτέλι, Δημοκράτες της Αριστεράς,- παλιότερη ηγεσία του Κ.Κ. Ιταλίας). Επιδιώκει να ποινικοποιήσει το σύνολο του ριζοσπαστικού χώρου (πέραν του Black Block). Επιχειρεί να εμπλέξει την «Ελιά» σε μια δικομματική πολιτική συμμαχία. Κι όλως τυχαίως βόμβες εκρήγνυνται με συνοδεία ανακοινωθέντων υπογεγραμμένων από τις «Ερυθρές Ταξιαρχίες». Παίζοντας με τους φόρους του κόσμου και το «αίσθημα σεβασμού προς το κράτος» της σοσιαλδημοκρατίας, ο Μπερλουσκόνι γυρεύει να εμποδίσει τις κινητοποιήσεις των συνδικάτων που ετοιμάζονται για το Φθινόπωρο.

Το σοκ της Γένοβας που διαπερνά της ιταλική κοινωνία, έχει αίφνης αναποδογυρίσει την ιταλική πολιτική σκακιέρα. Όχι εξαιτίας της βίας και των συνεπειών της, αλλά εξαιτίας της πρωτόγνωρης πολιτικής ισχύος που συγκεντρώθηκε για να ιδρυθεί το Κοινωνικό Φόρουμ της Γένοβας, που ο Μπερλουσκόνι είχε εντελώς υποτιμήσει. Επομένως ο αγώνας εναντίον του G8 έχει γίνει αγώνας εναντίον της κυβέρνησης Μπερλουσκόνι και της πολιτικής της.

Ήταν ο ίδιος ο Μπερλουσκόνι που το θέλησε, με το να εξυψώσει θεατρικά τη συνάντηση κορυφής «του» σε σύμβολο της πολιτικής του ωριμότητας. Η αντιπολιτευτική δύναμη που ανταποκρίθηκε στην πρόκληση δεν ήταν η πρώην κυβερνητική Αριστερά, ούτε η CGIL (η μεγαλύτερη συνδικαλιστική ομοσπονδία, μέλος της Ευρωπαϊκής Συνδικαλιστικής Συνομοσπονδίας), αλλά μια πολύ πλατιά συμμαχία μεταξύ «του κινήματος εναντίον της καπιταλιστικής «παγκοσμιοποίησης» και σημαντικών συνδικαλιστικών τομέων εκ των οποίων ορισμένοι βρίσκονταν σε αγώνα. Το γεγονός αυτό επέτρεψε μια εξαιρετική κινητοποίηση φοιτητών, μαθητών, ανέργων ή επισφαλώς απασχολούμενων νέων.

Το GSF επέδειξε μεγάλη πολιτική ωριμότητα σφυρηλατώντας την ένωση των ετερογενών δυνάμεων διατηρώντας ταυτόχρονα την ιδιαιτερότητα των αιτημάτων και των μορφών δράσης τους. Έκφρασε ένα φάσμα εκτεινόμενο από σημαντικούς τομείς της καθολικής εκκλησίας μέχρι τα πλέον ριζοσπαστικά κοινωνικοπολιτικά ρεύματα δια μέσου της FIOM, συνδικάτου των εργατών μετάλλου στο οποίο ηγείται η Αριστερά. Η θεαματική έκπληξη ,όμως, αφορούσε στην «κόκκινη κινητοποίηση», όπου η Ριζοσπαστική (κοινωνική και πολιτική) Αριστερά διαδραμάτισε ένα ρόλο καθοριστικό.

Τούτο, σε μεγάλο βαθμό, εξηγείται από το ρόλο του Κόμματος της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης (PRC). Το κομμάτι της Κομμουνιστικής Νεολαίας ήταν εντυπωσιακό στην μαχητικότητά του. Οι τοπικοί σύνδεσμοι της Επανίδρυσης προσέφεραν την υποδοχή της κινητοποίησης. Αποτέλεσαν το 1/3 της μεγάλης διαδήλωσης που είχε 200 με 250 χιλιάδες διαδηλωτές! Ο Φαούστο Μπερτινότι, ηγέτης της Επανίδρυσης, εμπλάκηκε πλήρως στο κίνημα δείχνοντας απόλυτο σεβασμό στην αυτονομία του.

Δεν ενέδωσε στην πολύ ισχυρή πίεση να υπερασπιστεί το αστικό κράτος, τη σταθερότητά του, το δικαίωμά του στην καταστολή και ούτω καθεξής. Έχει καταλάβει τη ριζοσπαστικοποίηση της νεολαίας, την πολιτική της κουλτούρα και τους τρόπους της δράσης της. Το Κόμμα της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης τοποθετεί τον εαυτό του ως αντικαπιταλιστικό και αντι-ιμπεριαλιστικό κόμμα.

Ο «Πυροκροτητής»

Η πιο σημαντική συνεισφορά του κινήματος εναντίον καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, οικουμενικής αξίας, είναι ότι έχει σπάσει το αίσθημα της παραίτησης και της πολιτικής αδυναμίας, το οποίο έχει μαζικά επηρεάσει τις λαϊκές τάξεις και τους κύκλους ακτιβιστών και ότι έχει αποκαταστήσει τη συνοχή και την προοπτική σε μια αντίσταση που δεν είχε παύσει ποτέ.

Μετά την ήττα του προλεταριάτου σε μια διεθνή κλίμακα το αδιέξοδο έμοιαζε απόλυτο: ιστορική κρίση του παραδοσιακού λαϊκού-εργατικού κινήματος και των κυρίαρχων ρευμάτων του (σοσιαλδημοκρατία, σταλινισμός, αντι-ιμπεριαλιστικός λαϊκισμός), μείζον αμφιβολία ως προς τη σοσιαλιστική προοπτική, ημιεξαφάνιση της επαναστατικής αριστεράς.

Δικαιολογημένα κάποιος / α μπορεούσε να ρωτήσει πόσο μακριά θα έφτανε το νεοφιλελεύθερο παλιρροιακό κύμα. Και ειδικότερα: από πού θα μπορούσε να έλθει το φως, το ιδρυτικό γεγονός δυνατό, βαθύ, με παγκόσμια σημασία, απελευθερωτικό να σπάσει με τα είκοσι «μολυβένια χρόνια» που έκλεισαν τον 20ο αιώνα. Τώρα την απάντηση τη γνωρίζουμε: είναι το κίνημα της «αντι-παγκοσμιοποίησης»!

Γι’ άλλη μια φορά, όπως το 1968, ο «πυροκροτητής» προήλθε απ’ έξω από το «ιστορικά καθορισμένο» παραδοσιακό εργατικό κίνημα. Και πάλι σχετίζεται με μια νέα ριζοσπαστικοποίηση της νεολαίας. Το 1968 υπήρξε μια μαζική έκρηξη του μαχητικού φοιτητικού αγώνα σε συνθήκες ευημερίας και αισιοδοξίας που επιδρούσαν πάνω σε μια εργατική τάξη που η συνοχή και η αγωνιστικότητάς της αποστειρωμένη από τους ισχυρούς συμπαγείς μηχανισμούς των συνδικάτων και των σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών κομμάτων απελευθερώθηκαν με σημείο αποκορύφωσης σ’ ορισμένες χώρες, γενικές απεργίες και λαϊκές κινητοποιήσεις, πραγματικά επαναστατικές ή ημι-επαναστατικές καταστάσεις. Η σοσιαλιστική επανάσταση βρισκόταν στην ημερήσια διάταξη.

Η πολιτικοποιημένη νεολαία έβγαλε το συμπέρασμα ότι ήταν απαραίτητο να συνδεθεί με την εργατική τάξη και να οικοδομήσει «νέα» μαρξιστικά και επαναστατικά κόμματα. Σήμερα είναι όλα πιο περίπλοκα, πιο δύσκολα, πιο εύθραυστα.

Πρώτον, μια αδιάκοπη καπιταλιστική επίθεση μεγάλης σκληρότητας συνεχίζεται.

Δεύτερον, το παραδοσιακό εργατικό κίνημα, τριάντα χρόνια μετά το 1968, έχει περάσει διάφορα στάδια στον περαιτέρω εκφυλισμό του. Έχει χάσει κάθε αναφορά στην αυτό-χειραφέτηση και την παγκόσμια αντιπαράθεση, την αποφασιστικότητα και τη στράτευση στις καθημερινές διεκδικήσεις, τις πλατιές προσδοκίες της κοινωνίας (γυναίκες, Τρίτος Κόσμος, πόλεμος και ειρήνη, διεθνισμός, οικολογία). Η έλξη που ασκεί στη νεολαία είναι μηδενική. Τελικά από το 1980, δύο γενιές νέων έχουν ζήσει την εμπειρία της νεοφιλελεύθερης κουλτούρας της εξατομίκευσης, αντι-πολιτικών στάσεων, καταναλωτισμού, καριερισμού, μιας σαγήνης των νέων τεχνολογιών που προβάλλουν ένα συναρπαστικό πλην «εικονικό» μέλλον(3).

Το κίνημα κατά την καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης γεννήθηκε «αρνητικά», με οδύνη, κάτω από τον χτύπο του μαστιγίου μιας τρομερής οπισθοδρόμησης σ’ όλα τα επίπεδα (κοινωνικό, δημοκρατικό, ανθρωπιστικό, ατομικό, κοινοτικό) και της εγκατάλειψης από το εντελώς ευθυγραμμισμένο πίσω από τη νεοφιλελεύθερη πολιτική εργατικό κίνημα των φιλοδοξιών του.

Η αρχή του Σιάτλ

Το αληθινό αποφασιστικό βήμα ήταν η ανακάλυψη ότι η μαζική διαδήλωση που στοχεύει τους διεθνείς οργανισμούς θα μπορούσε να βάλει σε κίνδυνο τη λειτουργία του παγκόσμιου καπιταλισμού. Υπήρξαν προηγούμενα ενδεικτικά γεγονότα. Τον Ιούνιο του 1997, 50.000 διαδηλωτές από τις «Ευρωπαϊκές Πορείες εναντίον της ανεργίας, του κοινωνικού αποκλεισμού και της επισφαλούς απασχόλησης» γέμισαν τους δρόμους του Άμστερνταμ στη διάρκεια της Συνόδου Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η σχεδόν ολοκληρωτική αποτυχία αυτής της συνάντησης, η άνευ αιτίας αστυνομική βαναυσότητα και η απόλυτη αδιαφορία της Ευρωπαϊκής Συνδικαλιστικής Συνομοσπονδίας συνέβαλαν στο να μετατραπεί αίφνης σε γεγονός παγκόσμιας σημασίας, καθώς το CNN το μετέδιδε σ’ ολόκληρο τον κόσμο(4). Η πρώτη συμβολική νίκη επί των «σωμάτων» της παγκοσμιοποίησης ήταν η ειρηνική περικύκλωση του παριζιάνικου διοικητηρίου του ΟΟΣΑ, που κατόρθωσε να υποχρεώσει τη γαλλική κυβέρνηση να εγκαταλείψει τη ΜΙΑ(5).

Από τον καιρό της μάχης στο Σιάτλ, η νέα αυτή συνείδηση της σύγκρουσης, με το παγκοσμιοποιημένο πολιτικό πλαίσιο επανέφερε το επιθετικό πνεύμα, τη στρατευμένη αποφασιστικότητα και συνεπώς τη διαδικασία συσσώρευσης, πολιτικών πεποιθήσεων και ακτιβιστικών δεσμεύσεων. Μέσω Internet, το πνεύμα αυτό γρήγορα διαχύθηκε ολόκληρο σε πλανητική κλίμακα. Την ίδια ώρα, δυνάμωνε και πολλαπλασίαζε τις τοπικές και εθνικές πρωτοβουλίες και συγκέντρωσε σε κάθέ «παγκόσμια» περίσταση τα στελέχη των ακόμη κατακερματισμένων και διασκορπισμένων κινημάτων.

Ήταν στις Ηνωμένες Πολιτείες όπου έλαβε χώρα ο συνδυασμός της ριζοσπαστικοποίησης της νεολαίας και του εργατικού κινήματος. Το τελευταίο, το 1995, βρισκόμενο σε δραματική πτώση προσέγγισε τους φοιτητικούς χώρους, για να βοηθηθεί στην αναδιοργάνωσή του. Το Σιάτλ δεν έπεσε απ’ τον ουρανό.

Υπήρξε ένα προ-Σιάτλ. Ήταν απαραίτητο να οικοδομηθεί το κίνημα μέσα από μικρής κλίμακας και διάσπαρτη δουλειά μέχρι η δύναμη της παγκοσμιοποίησης του καπιταλισμού να επιβάλει μια κεντρομόλα δυναμική πάνω στην πληθώρα των πρωτοβουλιών. Ήδη τολμηρές πρωτοβουλίες είχαν ελκύσει τη προσοχή ευρύτερων κύκλων σε μια διεθνή κλίμακα.

Για ν’ αναφέρουμε λίγες: Ο θεαματικός εορτασμός της μέρας της πτώσης της Βαστίλλης το 1989 όπου απαιτήθηκε η κατάργηση του χρέους του Τρίτου Κόσμου, ένα αίτημα που κατόπιν υιοθετήθηκε από το βελγικό CADTM. Ο νέο-µαπατισμός και οι διεθνείς του συνδιασκέψεις από το 1994 κι έπειτα . Η πρωτοβουλία της Monde Diplomatique για το φόρο Tobin που οδήγησε γρήγορα στην συγκρότηση μιας σημαντικής οργάνωσης, της ATTAC Γαλλίας(6).

Διάφορες όχι τόσο θεαματικές προσπάθειες προετοίμασαν το έδαφος. Αρχικά, υπήρξε εργασία διανοητικής ανάπτυξης (αναλύσεις, επιχειρήματα, εναλλακτικές προτάσεις). Αυτή έδωσε μια στερεή βάση στο κίνημα τονώνοντας την αυτοπεποίθηση του, καθιερώνοντας ένα τόνο θεωρητικής αυθεντίας στα Μ.Μ.Ε. και εντέλει γεννώντας ένα πνεύμα επιθετικότητας κατά των οπαδών του νεοφιλελευθερισμού.

Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι αυτό το τελευταίο ρεύμα σκέψης ήταν μαζικά κυρίαρχο στα πανεπιστήμια, τις σχολές, τα εκπαιδευτικά προγράμματα του παραδοσιακού εργατικού κινήματος. Προγενέστερα του Σιάτλ, μέσα από την έκταση την πολλαπλότητα και την ποιότητα αυτού του έργου, «το κίνημα» συγκρότησε μια αρκετά ισχυρή τάση στην κοινή γνώμη ώστε να επιβάλει στους νεοφιλελεύθερους ιδεολόγους μια προηγουμένως «απαγορευμένη» συζήτηση.

Η αξιοσημείωτη πλευρά της είναι ότι ήταν (και παραμένει για τη στιγμή) διπολική: Κανένα ενδιάμεσο ρεύμα σοσιαλδημοκρατία για παράδειγμα δεν συμμετέχει. Τα σοσιαλιστικά κόμματα (και τα κυβερνητικά κομμουνιστικά) ακόμα δεν έχουν ανακτήσει το χαμένο χρόνο που τους ωθεί στο περιθώριο, αν όχι πραγματικά έξω από το κίνημα.

Η αρχική «πολιτική» νίκη δεν έπαιξε μικρό πολιτικό ρόλο για να καθιερωθεί μεταξύ των ακτιβιστών μια επιθετική δυναμική. Αυτό αληθεύει ιδιαιτέρως για τη Γαλλία με την «αριστερή» επανα-στράτευση ενός σημαντικού ρεύματος διανοουμένων.
Στη βάση, υπάρχει ο αγώνας των εργατών / τριων: το απεργιακό κίνημα του χειμώνα του 1995 εναντίον της κυβέρνησης Ζυπέ.
Μετά, υπάρχει ένας «μικροκοινωνιολογικός» γενεσιουργός παράγοντας. Είκοσι χρόνια αποπολιτικοποίησης, από-ιδεολογικοποίησης, ακινητοποίησης πέτυχαν να αποθαρρύνουν τη νεολαία από το να αναφέρεται στη δημόσια σφαίρα και διοχέτευσαν την ενέργειά τους προς την ιδιωτική και εμπορευματική σφαίρα.

Έτσι, το κίνημα άρχισε χάρη στο λεπτό στρώμα της «γενιάς του ’68». Αυτό ανανέωσε τη στράτευσή του, αλλά μέσα σ’ ένα οργανωτικό πλαίσιο «χαλαρότερο» από ‘κείνο των επαναστατικών οργανώσεων που είχε παλαιότερα γνωρίσει. Αδράχνοντας αυτή τη «δεύτερη ευκαιρία», έφερε τη δική του εμπειρία και γνώση.

Μέσα σε αυτό το περισσότερο συμβιωτικό και λιγότερο καταναγκαστικό πλαίσιο, επικεντρωμένο στα φλέγοντα ζητήματα που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα, συνδυάζοντας πρακτικές προτάσεις με θεωρητικές και αναλυτικές συζητήσεις, έλαβε χώρα η σύνδεση με τις νεώτερες γενιές η απαρχή μιας νεολαιίστικης ριζοσπαστικοποίησης σε πλανητική κλίμακα.

Δεν υπάρχει άλλη εξήγηση για την εξαιρετική επιτυχία αυτής της αληθινά εύθραυστης ενιαίας δυναμικής του κινήματος, το οποίο ήταν «χωρίς συνοχή και χαοτικό» σύμφωνα μ’ ένα εχθρικό μέσο ενημέρωσης. Το Κοινωνικό Φόρουμ της Γένοβας είναι το πιο ολοκληρωμένο παράδειγμα.

Τελικά προϋπήρξε του Σιάτλ γι αυξανόμενη δραστηριότητα από καμπάνιες, συνδιασκέψεις και διαδηλώσεις έξω από συναντήσεις διεθνών θεσμών. Ενώ καθιερωνόταν σ’ έναν αυξανόμενο αριθμό χωρών, το «διεθνές κίνημα» δοκίμασε μια αυξημένη συμμετοχή ομοσπονδιών και οργανώσεων και σταθεροποίησε τους δεσμούς μεταξύ των ενεργών «διεθνών» πυρήνων. «Το κίνημα εναντίον της (νεοφιλελεύθερης ή καπιταλιστικής) παγκοσμιοποίησης» είναι πραγματικά οργανωμένο με το δικό του τρόπο, σύμφωνα με τις δικές του δραστηριότητες, σύμφωνα με τις δικές του μεθόδους(7). Η απόδειξη δόθηκε στο Πόρτο Αλλέγκρε με το Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ (Ιανουάριος Φεβρουάριος 2001) και το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός.

Το Πόρτο Αλλέγκρε είναι το ισοδύναμο του Σιάτλ, αλλά στο επίπεδο της οργάνωσης. Δεν θα είχε, ωστόσο, ποτέ γίνει χωρίς την επιταχυνόμενη ακολουθία μεγάλων συναντήσεων στην Κολωνία (Ιούνιος 1999), Μπανγκόκ (Φεβρουάριος 2000) και Γενεύη (Ιούνιος 2000). Στο δρόμο εντάχθηκαν τα πρώτα αληθινά κοινωνικά και εργατικά κινήματα (ATTAC Γαλλίας όπου σημαντικοί συνδικαλιστές λαμβάνουν μέρος, Via Campesina, η Κορεάτικη KCTU).

Αυτό οι τρεις παράγοντες παρείχαν επαρκή δύναμη για τη μετάβαση, που έγινε στο Σιάτλ, από μια τάση της κοινής γνώμης σ’ ένα δραστηριοποιημένο κίνημα ικανό να μάχεται για πρακτικούς-πολιτικούς αντικειμενικούς στόχους. Όμως κανείς δεν θα ‘πρεπε να κρύβει ότι οι επιτυχίες μας οφείλονται επίσης στις αδυναμίες των εχθρών μας και αυτό παρά την τεράστια υλική δύναμη που κατέχουν.

Οι αυξημένες αντιφάσεις, μεταξύ των τριών μεγάλων δυνάμεων (Ηνωμένες Πολιτείες, Ε.Ε., Ιαπωνία) έχουν αναπτυχθεί με μεγαλύτερη ελευθερία μετά την κατάρρευση της Ε.Σ.Σ.Δ.. Η παγκοσμιοποίηση του καπιταλισμού στην τρέχουσα μορφή της έχει μια ενδημική αστάθεια εξαιτίας της μαζικής απορύθμισης («φιλελευθεροποίησης»), όπως και εξαιτίας του αυξημένου βάρους και ευμεταβλητότητας του χρηματιστικού κεφαλαίου. Σ’ αυτά τα συμφραζόμενα, οι διεθνείς οργανισμοί του μεγάλου κεφαλαίου διαθέτουν πολύ μικρότερη αξιοπιστία μεταξύ των πληθυσμών καθόσον έχουν αναλάβει την ευθύνη για την πιο αντικοινωνική πολιτική στη διάρκεια του μισού αιώνα. Σ’ αυτή έχει προστεθεί προσφάτως η μονομερής διεθνής πολιτική της κυβέρνησης Μπους και η συστηματική αναποτελεσματικότητα του ζεύγους Δ.Ν.Τ. / Παγκόσμιας Τράπεζας από καπιταλιστική σκοπιά.

Υπήρξε κάτι εντελώς νέο στη Γένοβα: Η πολιτική αναμέτρηση απογυμνώθηκε από κάθε συγκεκριμένο περιεχόμενο. Η ατζέντα του G7 δεν άξιζε δεκάρα. Ο στόχος τους ήταν «να διεξάγουν τη συνάντηση και να ελκύσουν την μάξιμουμ κάλυψη απ’ τα Μ.Μ.Ε., εν ολίγοις να επιβληθούν ως η παγκόσμια ηγεσία. Οι διαδηλωτές σε μαζικούς αριθμούς, τον αμφισβήτησαν. Τα πολιτικά διακυβεύματα ήταν τεράστια: η επιβολή πάνω στην κοινή γνώμη.

Αντεπίθεση του ιμπεριαλισμού

Από τη μάχη της Γένοβας, το πρόβλημα της βίας είναι πανταχού παρών στα μέσα μαζική ενημέρωσης και στις συζητήσεις μέσα στο κίνημα. Ο λόγος είναι σαφής: Στο Σιάτλ η κυβέρνηση των Η.Π.Α. αποφάσισε να εξαπολύσει μια εξαιρετικά κτηνώδη επίθεση(8) εναντίον της μαζικής μη βίαιης ανυπακοής. Αυτή η τελευταία αποδείχθηκε πολύ αποτελεσματική: Η συνάντηση του Π.Ο.Ε. μετά βίας έλαβε χώρα (και βυθίστηκε λόγω των εσωτερικών συγκρούσεων μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων). Από τότε, οι κυρίαρχες τάξεις έχουν αρχίσει να κατανοούν τη διάσταση του προβλήματος που έχει εμφανιστεί(9).

Αντιμετωπίζοντας σημαντική αστάθεια, έλλειψη πολιτικής νομιμότητας και χαλάρωση του κοινωνικού ελέγχου πάνω στις εργαζόμενες τάξεις παίρνουν πλέον υπόψη τους την πιθανότητα κοινωνικών εκρήξεων μεγάλης πνοής, αναταραχών σε αστικά κέντρα, εξεγέρσεων αγροτών στην ύπαιθρο και ούτω καθεξής. Τα Σιάτλ ήταν μια πολύ δυσάρεστη έκπληξη γι’ αυτούς. Η άμεση αντίδραση ήταν να προσπαθήσουν να «πνίξουν» το κίνημα το οποίο εμφανιζόταν ως «αδιανόητο» με την απουσία των συνήθων « αξιόπιστων» συνομιλητών.

Το στρατηγικό τους σχήμα ήταν να διαλύσουν το κίνημα με το συνδυασμό, βραχυπρόθεσμα, δύο στοιχείων: ποινικοποίηση όλων των ριζοσπαστικών ρευμάτων (όχι μόνο των περισσότερο βίαιων), πριμοδότηση των ρευμάτων «ταξικής συνεργασίας» στο πρόσωπο(10) των ηγετών του παραδοσιακού συνδικαλιστικού και πολιτικού εργατικού κινήματος.

Αλλά για να λειτουργήσει «η ταξική συνεργασία» είναι απαραίτητη προϋπόθεση να καταστραφεί η ανερχόμενη ριζοσπαστικοποίηση και να εκδιωχθούν τα αντικαπιταλιστικά ρεύματα που συχνά ξεκινούν το κίνημα ή το οδηγούν. Χωρίς πολιτική ανατροπή του κυρίαρχου νεοφιλελευθερισμού και με την απουσία στέρεων μετριοπαθών ρευμάτων, αυτό είναι δύσκολο.

Έτσι η βαναυσότητα είναι αυτή που επικρατεί. Η βία στην Πράγα είναι προφανώς μια ξεχωριστεί περίπτωση (αν και μόνο επειδή ο κρατικός μηχανισμός κατάγεται από τη σταλινική γραφειοκρατία δεν είχε ποτέ διδαχθεί τη σταδιακή αντιμετώπιση και επειδή η συμμετοχή του ντόπιου εργατικού κινήματος ήταν αδύναμη).

Στη Νίκαια, η κυβέρνηση µοσπέν ήταν πολύ προσεκτική αναστέλλοντας τη Συνθήκη Σένγκεν και εμπιστευόμενη τις συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες. Στο Γκέτενμποργκ, από την άλλη πλευρά, έγινε η πρώτη, προετοιμασμένη από την Ευρωπαϊκή Ένωση, απόπειρα. Η διαδήλωση ήταν μαζική και ειρηνική, οι βανδαλισμοί του «Black Block» μεμονωμένοι και ανεκτοί. Το ίδιο εκείνο απόγευμα η εκστρατεία της ποινικοποίησης του κινήματος εξαπολύθηκε σ’ ολόκληρη της Ευρώπη διαρκώντας πολλές εβδομάδες.

Ήταν αυτά τα συμφραζόμενα μέσα απ’ τα οποία οι κυρίαρχες τάξεις στην Ευρώπη είχαν προετοιμαστεί για τη Γένοβα μαζί με την αμερικανική κυβέρνηση. Η κυβέρνηση Μπερλουσκόνι είχε αναλάβει την «εφαρμογή». Έτσι, η Γένοβα έγινε η αληθινή απόπειρα να καθυποταχθεί το κίνημα με κρατική βία. Ήταν ένα σχέδιο επεξεργασμένο από τα ευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά καθεστώτα ειδικά της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Βρετανίας και, μέχρι τη νίκη του Μπερλουσκόνι του Μάιο, της Ιταλίας. Θα δίναμε μεγάλη αξία στον Μπερλουσκόνι(12), αν του αποδίδαμε το σχέδιο αυτό. Γιατί ήταν η ιταλική σοσιαλδημοκρατία που εισήγαγε το τακτικό σχέδιο της Ε.Ε. τις μέρες της διαδήλωσης στη Νάπολη (Μάρτιος 2001), που θεωρήθηκε σαν πρόβα για τη Γένοβα.

Είχαν αποκτήσει τα κατάλληλα όργανα με την αντικατάσταση των αρχηγών των μηχανισμών καταπίεσης, εγκαθιστώντας τα «δεξιά χέρια» τους. Eίχαν επίσης αρνηθεί κάθε προκαταρκτική συνάντηση με το GSF, τους οργανωτές της αντι-συνδιάσκεψης. Είχαν διευρύνει τη συμβολική σημασία της συνάντηση του G7.

Ο Μπερλουσκόνι τα αποδέχτηκε όλα αυτά σαν ένα δώρο! Αυτό που έκανε ήταν να εισαγάγει μια μανούβρα προσέγγισης προς το GSF, να εκμεταλλευτεί τις εσωτερικές αντιφάσεις του και να προσπαθήσει να διασπάσει ή να πειθαρχήσει το κίνημα.

Συνοδευόταν από ένα «κατευναστικό λόγο» του Υπουργού Εξωτερικών Ruggieri που είπε «συμφωνούμε ως τον αντικειμενικό στόχο τη βοήθεια στον Τρίτο Κόσμο άλλα όχι ως προς τα μέσα». Το τελικό αποτέλεσμα είναι γνωστό. Ο Μπερλουσκόνι εφάρμοσε τη βίαιη στρατηγική που επεξεργάστηκε η Ε.Ε. προσθέτοντας επιλεκτικά τρόμο και βασανιστήρια. Δεν έχει υπάρξει πότε ξανά μια τέτοια άμεση παγκοσμιοποιημένη διαφάνεια σε πολιτική σύγκρουση ανάμεσα στην ιμπεριαλιστική ηγεσία του πλανήτη και ενός μαζικού ανταγωνιστικού κινήματος.

Τακτικές στο εσωτερικό του κινήματος

Το πέρασμα από ένα ρεύμα της κοινής γνώμης στη μαζική κινητοποίηση με αντικείμενο εξαιρετικά φορτισμένους με συμβολική σημασία στόχους του αντιπάλου μετέτρεψαν το κίνημα σ’ έναν επιδραστικό παράγοντα. Η καινοτομία ήταν η «μαζική ανυπακοή» με σκοπό τη διατάραξη της διεξαγωγής μιας συνάντησης με προβεβλημένο προφίλ στα Μ.Μ.Ε.. Αυτή συνεπαγόταν μια ελεγχόμενη σύγκρουση, εξαρτώμενη από τις ενέργειες των κατασταλτικών μηχανισμών.

Στο Σιάτλ, αποδείχθηκε η αποτελεσματικότητα της τακτικής. Βασίζεται σ’ αντιλήψεις που ο μοντέρνος καπιταλισμός έχει ενσταλάξει σε μας για μια δεκαετία. Μια δραστηριότητα γίνεται γεγονός μόνο στο βαθμό που τα Μ.Μ.Ε. μιλούν γι’ αυτή. Είναι πλατιά διαδεδομένο το αίσθημα ότι ζούμε σε μια κυνική δημοκρατία, όπου η συμμετοχή στις εκλογές είναι αδιάφορη. Τα κόμματα που κυβερνούν πράττουν το αντίθετο εκείνου που υπόσχονται στη διάρκεια των προεκλογικών εκστρατειών.

Μετά υπάρχει η κατάχρηση της εξουσίας, ο αυθαίρετος χαρακτήρας της. Ένας Σέρβος στρατηγός απαγάγεται νόμιμα και φέρεται ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, αλλά το Ισραήλ, με την υποστήριξη των Ηνωμένων Εθνών, μπορεί να αψηφεί τις αποφάσεις που υιοθετούν τα Ηνωμένα Έθνη και να εξακολουθεί να δολοφονεί την παλαιστινιακή νεολαία.

Το αίσθημα αυτό γίνεται ολοένα και πιο αβάσταχτο ώστε μια νέα παγκόσμια συνείδηση να κυοφορείται: υπάρχει μια επιτακτική ανάγκη, ένα καθήκον δράσης, να σταματήσουμε την καταστροφική μηχανή υπαίτια για έναν πλανήτη σ’ απειλή, την ύπαρξη της ανθρωπότητας σε κίνδυνο, την ανυπόφορη σκληρότητα στον Τρίτο Κόσμο, τη γενικευμένη κοινωνική ανασφάλεια, την απόγνωση των προσφύγων και των μεταναστών.

Σ’ ένα τέτοιο παγκόσμιο πλαίσιο η νεολαία έχει ξεσηκωθεί για να αντισταθεί και διαμαρτυρηθεί. Φύσει αντιαυταρχική, δεν έχει κανένα πρόβλημα να υπερβεί τους κανόνες του παιχνιδιού (οι οποίοι έχουν γίνει γελοίοι), να καταλάβει (απαγορευμένο) δημόσιο χώρο, να εφαρμόσει στην πράξη τη δημοκρατία, να αγωνιστεί για να νικήσει, «ν’ αλλάξει τον κόσμο»!

Αυτός ο απόλυτα θεμιτός ριζοσπαστισμός της νεολαίας είναι ένα πράγμα. Ένα άλλο εξολοκλήρου πράγμα είναι η εφαρμογή μιας βίαιης τακτικής από μια οργάνωση που φέρει πολιτική και ηθική ευθύνη ενώπιον του συνόλου του κινήματος και της κοινής γνώμης. Όπως οποιαδήποτε τακτική οποιουδήποτε ρεύματος οφείλει να κρίνεται και να υπόκειται σε πολιτική συζήτηση.

Δεν συγκρίνουμε τους αναρχικούς, με το Black Block. Δεν προσεγγίζουμε το δεύτερο σαν πρακτορείο της αστυνομίας διαβρωμένο από τη φασιστική άκρα δεξιά, ακόμα κι αν οι μέθοδοί του (κουκούλες, επιχειρήσεις κομάντο, τυφλή καταστροφή) προσφέρονται για κάτι τέτοιο. Όμως το εξετάζουμε, ξεκινώντας από μια αρχή: το κίνημά μας στοχεύει στη χειραφέτηση, μέσα από την αυτενέργεια των εργαζόμενων και λαϊκών μαζών, ζητάει την ενεργό συμμετοχή τους κι εφαρμόζει τη δημοκρατία μέσα στις γραμμές του.

Είμαστε αντίθετοι στη μειοψηφική βία που αντικαθιστά τη μαζική δράση ή, το χειρότερο, χρησιμοποιεί τη μάζα τον συμμετεχόντων ως το κάλυμμα για να εξαπολυθούν βίαιες ενέργειες που χτυπούν τους διαδηλωτές. Θα αποσύρουμε το δικό μας τμήμα της διαδήλωσης από κάθε άκαιρη ανάμιξη που επιχειρεί να μας χρησιμοποιήσει για αυτό το σκοπό.

Εντούτοις το πρόβλημα δεν πρόκειται να λυθεί με τον αφορισμό των «βίαιων» και τη δημόσια καταγγελία από κοινού με την μετριοπαθή πτέρυγα του κινήματος, η οποία είναι υποψήφια για «διάλογο» με τους χειρότερους εχθρούς μας. Το πρόβλημα είναι μεγαλύτερο. Είναι να πείσουμε τη ριζοσπαστική νεολαία που θέλει να παλέψει για να νικήσει για μια επαναστατική σοσιαλιστική στρατηγική στη θέση μιας διαδοχής αυξανόμενα βίαιων μαχών εναντίον των κατασταλτικών μηχανισμών.

Στρατηγική και πολιτικά προβλήματα

Αυτό το πρόβλημα εγείρει το ζήτημα της στρατηγικής του κινήματος στις πολλαπλές απόψεις του. Καταρχήν υπάρχει στη δραστηριότητά του και την τρέχουσα επιτυχία του μια διπλή καθυστέρηση: ανάμεσα στην ικανότητά του να παρεμποδίσει τη λειτουργία συγκεκριμένων συναντήσεων των «Κυρίαρχων του Κόσμου» και την ματαίωση των αντικειμενικών τους επιδιώξεων (ΜΑΙ στο Παρίσι, Π.Ο.Ε. στο Σιάτλ, εγκατάλειψη της συνάντησης της Παγκόσμιας Τράπεζας στη Βαρκελώνη, το ανακάτωμα του G7 στη Γένοβα) από τη μια πλευρά, και από την άλλη η δυσκολία της πραγματοποίησης των πιο «οικουμενικών» διεκδικήσεων, τέτοιων όπως η ακύρωση του χρέους του Τρίτου Κόσμου και η επιβολή του φόρου Tobin, αλλά επίσης σταμάτημα της νεοφιλελεύθερης καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης. Κατά δεύτερο, η δυναμική του κινήματος έχει αναπτυχθεί φανερά έξω από τον έλεγχο των επίσημων θεσμών και γραφειοκρατιών του εργατικού και λαϊκού κινήματος.

Αυτό το γεγονός του δίνει μια ανατρεπτική πλευρά. Εξαιτίας του γοήτρου και της έλξης του για τη νεολαία ένα τμήμα, των διανοουμένων και των «παλλόμενων» κομμάτων του συνδικαλιστικού κινήματος, θα έλθουν αντιμέτωπα ολοένα και περισσότερο με την πολιτική της αφομοίωσης που ξεκινά με δειλά βήματα.

Η Παγκόσμια Τράπεζα προσκαλεί σ’ ένα διάλογο κατά τη διάρκεια της επόμενης συνδιάσκεψης κορυφής στην Ουάσιγκτον. Η βελγική προεδρία της Ε.Ε. υπόσχεται μια μεγάλη συνέλευση για το έτος 2002 προετοιμάζοντας ένα «σύνταγμα» για την Ευρώπη.

Θα υπάρξουν πολλές περισσότερες απόπειρες να δημιουργήσουν μια «κοινωνά πολιτών»μέσα στο πλαίσιο της «διοίκησης» με τα απαραίτητα υλικά μέσα για την υποστήριξή της. Βασικά το περιθώριο συμβιβασμών πάνω σε μια διαφορετική πολιτική «περισσότερο αριστερή» είναι ισχνό, αν όχι ανύπαρκτο: Ανεξάρτητα αν η οικονομική συγκυρία είναι σε επιτάχυνση ή όχι οι κυρίαρχες τάξεις δεν παραχωρούν τίποτε: Σε κάθε στάδιο, βρίσκουν επιχειρήματα για να ενισχύσουν τη νεοφιλελεύθερη πολιτική.

Η επιλογή παραμένει: νεοφιλελευθερισμός ή αντικαπιταλισμός. Θα είναι διαφορετική στην περίπτωση μιας αυθεντικής παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης μετά τη λεγόμενη χρηματιστηριακή κρίση του 1998-99; Θα οδηγηθούν οι ιμπεριαλιστικές αστικές τάξεις πίσω στο να επαναφέρουν την κρατική παρέμβαση για να σώσουν το σύστημά τους; θα επανεμφανιστεί η σοσιαλδημοκρατία στην περίσταση αυτή ακολουθούμενη από ένα μαζικό κύμα «επανα-ρύθμισης»;

Τρίτον, ο ριζοσπαστισμός αυτού του κινήματος και η αυτονομία της σκέψης του και της δράσης του συνιστούν μια άμεση απειλή για την επιβίωση της διεθνούς σοσιαλδημοκρατίας. Προσπαθεί χωρίς μεγάλη επιτυχία να μας κάνει να ξεχάσουμε ότι έχει βρεθεί στην πρώτη γραμμή της εφαρμογής νεοφιλελεύθερων πολιτικών για δέκα με είκοσι χρόνια (ανάλογα με τις χώρες), ότι έχει συμβάλλει δραστικά στην απορύθμιση με το να υποστηρίζει και να προπαγανδίζει την ευδαιμονία της παγκοσμιοποίησης και ότι οι ισχυρότεροι ηγέτες της (Μπλερ, µοσπέν, Σρέντερ, Ντ’ Αλέμα) βρίσκονται στην πλευρά των «Κυρίαρχων του Κόσμου», ενώ αντιθέτως νέοι άνθρωποι, εργάτες, συνδικαλιστές και φεμινίστριες διαδηλώνουν εναντίον τους.

Μετά από την Γένοβα, το γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα υποστηρίζει τους διαδηλωτές, Σρέντερ και µοσπέν συμφωνούν να βάλουν το φόρο Tobin στην ατζέντα της Ε.Ε. (με σκοπό να τον προτείνουν στον Μπους), ο πρόεδρος του βελγικού Σοσιαλιστικού Κόμματος (Βαλλωνικού), Di Ruppo, αυτοπροσκλήθηκε στο Πόρτο Αλλεγκρέ. Οι Ιταλοί Δημοκράτες της Αριστεράς έχουν βγει τσαλακωμένοι από το σοκ της Γένοβας τόσο πολύ ώστε μάχονται για την επιβίωσή τους ως σημαντικού αυτόνομου κόμματος.

Η πολιτική και μάλιστα η κομματική πολιτική θα μπει με βία μέσα στο κίνημα(13). Πέραν τούτου είναι ένα αντικειμενικό γεγονός, αδύνατο να ματαιωθεί: μια ισχυρή διεκδίκηση υποστηριζόμενη από ένα ισχυρό κίνημα αναπόφευκτα έρχεται αντιμέτωπη με την ανάγκη να επιβληθεί στο πολιτικό καθεστώς. Το πρόβλημα είναι, με ποια μορφή το κίνημα θα προσεγγίσει το έδαφος των πολιτικών θεσμών.

Τέταρτον, η πρωταρχική πρόκληση του κινήματος (παράλληλα με τη στερεοποίησή του), στο στάδιο που μόλις έχει αρχίσει, είναι το ρίζωμά του στο εθνικό έδαφος, το οποίο πιο συγκεκριμένα σημαίνει: συστηματική συμμετοχή στους αγώνες των εκμεταλλευομένων και καταπιεσμένων και την οικοδόμηση μιας σχέσης με τις δικές τους οργανώσεις με σκοπό την υπεράσπιση των όρων της ύπαρξής τους.

Η πρώτη επιτυχής συνεργασία ανάμεσα στο κίνημα και τα συνδικάτα έλαβε χώρα στο Σιάτλ. Η αναδιοργάνωση, υπό τον Sweeny από το 1995 και δώθε, της AFL-CIO είχε στην πραγματικότητα προετοιμάσει το έδαφος. Στην Ιταλία, η διαλεκτική σχέση μεταξύ των δύο ήταν εξαρχής ισχυρότερη.

Πριν από τη Γένοβα, στο Πόρτο Αλλέγκρε, το GSF ιδρύθηκε με τη συμμετοχή (ιδιαιτέρως) της συνδικαλιστικής αριστεράς της CGIL (τη FIOM) και των COBAS. Ακολούθως η FIOM προσκάλεσε το GSF να μιλήσει σε συναντήσεις των εργατών μετάλλου που προετοίμαζαν μια γενική απεργία και μεγάλες διαδηλώσεις. Υπήρξε μια πολύ μεγάλη συμμετοχή των συνδικάτων στη διαδήλωση των 250.000 ανθρώπων της 22 Ιούλη. Θα κατορθώσει το GSF, με το πλήθος των συνιστωσών του ενωμένων πάνω στο ζήτημα της παγκοσμιοποίησης, εντούτοις, ετερογενών αναφορικά με τα κοινωνικά ζητήματα, να αναλάβει τις πολλαπλές κα εξειδικευμένες απαιτήσεις που προκύπτουν απ’ την υποστήριξη σε ένα μεγάλης κλίμακας κοινωνικό αγώνα ,τέτοιο σαν εκείνο του προμηνυόμενου « καυτού φθινοπώρου»;

Αυθόρμητος και συνειδητός αντικαπιταλισμός

Γεγονότα που βρίσκονται εν όψει (συνδιάσκεψη κορυφής της Ε.Ε. στο Βέλγιο, δεύτερη συνάντηση στο Πόρτο Αλλέγκρε) θα δείξουν την κατάσταση του κινήματος και των ποικίλων συνιστωσών του σ’ όλες τις πτυχές τους εθνικές και διεθνείς, πολιτικές και κοινωνικές.

Κι αν πετύχει να διατηρήσει την ενότητα στη δράση του, θα δείξουν γύρω από ποιες πρωτοβουλίες και με ποιο κέντρο βάρους αυτό θα συμβεί. Όσο η συζήτηση θ’ απλώνεται, λόγω της δύναμης που αποκτήθηκε απ’ το κίνημα και εξαιτίας της ανάμειξης εξωτερικών πολιτικών παραγόντων σ’ αυτό, οι επαναστάτες μαρξιστές είναι υποχρεωμένοι να παρέμβουν με τις αναλύσεις και τις προτάσεις τους.

Τρία ζητήματα θα πρέπει να αναπτυχθούν.

Πρώτον, το ζήτημα της συνολικής στρατηγικής: πώς να υπερνικήσουμε τη νεοφιλελεύθερη-καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση. Αυτό θα εξαρτάται ολοένα και περισσότερο από την ανάλυση που κάνουμε. Αν μαχόμαστε εναντίον των υπερβολών, των αποτελεσμάτων ή των θεμελίων. Αν κάνουμε την απαραίτητη σύνδεση μεταξύ παγκοσμιοποίησης και νεοφιλελευθερισμού.

Σε κάθε περίπτωση όμως, πρέπει να σημειώσουμε ότι υπάρχει η μάζα των εργατών που, αναγκασμένη να υπερασπιστεί τους όρους της ύπαρξής της, σχηματίζει την πλειοψηφική κοινωνική δύναμη. Η διαπίστωση αυτή θα ‘πρεπε να αποκλείει κάθε σύντομο δρόμο «υποκαταστατισμού». Αυτό όμως δεν είναι προφανές πια ιδιαιτέρως στα μάτια των νεότερων γενιών και συγκεκριμένων σημαντικών ρευμάτων εντελώς εστιασμένων στον «Τρίτο Κόσμο».

Είναι αναγκαίο να αρχίσουμε ν’ αναπτύσσουμε μια πλήρη ανάλυση των συνθηκών της εκμεταλλευόμενης εργασίας (όχι προσδιοριζόμενης απ’ την άμεση συμμετοχή της στο παραδοσιακό εργατικό κίνημα) έτσι ώστε το κίνημα εναντίον της παγκοσμιοποίησης και η ριζοσπαστικοποιημένη νεολαία να «σηκώσει» την ταξική πάλη. Οι «νέοι εργαζόμενοι ανασφαλώς απασχολούμενοι ή άνεργοι υπερ-εκμεταλλευόμενοι σε κάθε περίπτωση θα είναι αναμφισβήτητα ένα συστατικό μέρος. Επιπρόσθετα είναι ζωτικής σημασίας η ανασυγκρότηση, με μια βεβαίως σύνθετη ανάλυση, της ενότητας του προλεταριάτου σε μια διεθνή κλίμακα.
Δεν είναι βεβαίως εύκολο, γιατί αυτή είναι ακόμη «αντίθετη προς το ρεύμα» σήμερα.

Είναι όμως ένα αποφασιστικό στοιχείο της συγκρότησης της διεθνιστικής ταξικής συνείδησης. Είναι ένα ζήτημα να προχωρήσουμε πέρα από μοραλιστικές αναλύσεις (φτωχοί / πλούσιοι) και να μη συγχέουμε τη βασική ανάλυση με τις τακτικές προτάσεις (διαλεκτική σχέση μεταξύ των κινημάτων των σχετικών με διαφορετικούς κοινωνικούς τομείς: παιδική εργασία, μεταχείριση των γυναικών, μαύρη εργασία, νέοι άνεργοι που δεν είχαν ποτέ τους μια δουλεία, «φτωχοί εργαζόμενοι», υπάλληλοι με εποχικά συμβόλαια κ.τ.λ.).

Ένα ζήτημα είναι να αποδείξουμε τον καθοριστικό ρόλο των εργαζόμενων τάξεων των ιμπεριαλιστικών χώρων των πιο πολυάριθμων, πιο μαχητικών και καλύτερα οργανωμένων και εκ των οποίων το μεγάλο πολυεθνικό κεφάλαιο αποσπά τη μάζα των κερδών του. Μόνο ξεκινώντας από αυτή την αποκατεστημένη ενότητα του προλεταριάτου που ποτέ στην ιστορία του δεν υπήρξε τόσο πολυάριθμο(14) όσο ταυτόχρονα και ετερογενές, η αλληλεγγύη και η κοινή πάλη θα βρει στερεή βάση.

Κατά δεύτερον συνδεδεμένος με το ρόλο το εργατών, υπάρχει ο αντικαπιταλιστικός στόχος. Μπορεί να ειπωθεί, ότι «κίνημα εναντίον της παγκοσμιοποίησης» εμψυχώνεται αυθόρμητα η εμπειρικά από ένα αντικαπιταλιστικό πνεύμα. Υπάρχει σαφώς μια αντι-συστημική συνείδηση και μεταξύ της νεολαίας η συνείδηση μιας παγκόσμιας σύγκρουσης. Είναι όμως αναγκαίο να παρατηρήσουμε την απόσταση που προσωρινά χωρίζει αυτή την αυθόρμητη συνείδηση από ένα αντικαπιταλιστικό προσανατολισμό που συνεπάγεται την ανατροπή των δομών και των βάσεων της κοινωνάς.

Δύο θεωρήσεις

Πρώτο, υπάρχει μια πλατιά διαδεδομένη στάση ή αίσθημα που φαίνονται αντικαπιταλιστικά απ’ την απλή αντίθεσή τους με το νεοφιλελευθερισμό που παραμένει ριζικός, άκαμπτος, πανταχού παρών, στην πραγματικότητα ολοκληρωτικός (παραδείγματα: το μαζικό αίτημα για φορολόγηση των κερδών, η αυθόρμητη αμφισβήτηση του «πανίερου» δικαιώματος των εργοδοτών στις απολύσεις ριζοσπαστικές, λαϊκές διεκδικήσεις, τις οποίες το Κεφάλαιο, υποχωρώντας, θα μπορούσε να ικανοποιήσει).

Αυτό το παιχνίδι των αντιθέσεων θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια ιμπρεσσιονιστική υπερτίμηση των συμβιβασμών τους οποίους η αστική τάξη θ’ αναγκαζόταν να κάνει ύστερα από χρόνια βάναυσης επίθεσης, συνοδευόμενους με μια πολιτική « ανοίγματος» στο κίνημα.

Μετά, ο κυρίαρχος, σήμερα, τόνος είναι να κριτικάρονται οι διεθνείς θεσμοί και να αποκηρύσσεται η πολιτική τους κατά του Νότου. Η γενική λύση που προτείνεται είναι μια εναλλακτική ανάπτυξη του Τρίτου Κόσμου με τη μεταφορά πόρων απ’ τις πλούσιες χώρες του Βορρά προς εκείνες του Νότου (Φόρος Tobin, ακύρωση του χρέους του Τρίτου Κόσμου, ταμεία βοήθειας). Αυτά αντανακλά την περιρρέουσα συνείδηση, ιδιαιτέρως της νεολαίας.

Ως επαναστάτες μαρξιστές θέτουμε στην καρδία κάθε αληθινής (αντικαπιταλιστικής!) λύσης το ζήτημα της ατομικής ιδιοκτησίας και την αναπόφευκτη ανάγκη για την απαλλοτρίωση του μεγάλου κεφαλαίου. Η ευθύνη για τη βαρβαρότητα που βασιλεύει δεν είναι μοιρασμένη ανάμεσα στο Δ.Ν.Τ., τις πολυεθνικές, τις χρηματιστικές αγορές και τις κυβερνήσεις των μεγάλων δυνάμεων.

Υπάρχει συνοχή και ενότητα σ’ αυτή τη νεοφιλελεύθερη πολιτική. Στηρίζεται σε μια ακραία συγκέντρωση οικονομικής και πολιτικής εξουσίας. Πρέπει λοιπόν να διατρανώσουμε και να εκλαϊκεύσουμε την ιδέα ότι είναι απαραίτητη η ρήξη με την καπιταλιστική κυριαρχία προκειμένου να βάλουμε τέλος στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές και τη (νεοφιλελεύθερη) εμπορική παγκοσμιοποίηση, να πραγματοποιήσουμε τα αιτήματα και τις προτάσεις του κινήματος. Αυτή αναπόφευκτα θα εγείρει τη συζήτηση γύρω από τη μετα-καπιταλιστική, σοσιαλιστική κοινωνία.

Τελικά, είναι απαραίτητο να εγείρουμε το ζήτημα των μορφών της οργάνωσης συμπεριλαμβανομένου του κόμματος. Ανάμεσα στους «ιστορικούς» κύκλους που έχουν ήδη ολοκληρωθεί, υπάρχει εκείνος μιας ορισμένης μορφής του κόμματος που γεννήθηκε στη διάρκεια της Δεύτερης Διεθνούς στο τέλος του 19ου αιώνα (1880) και που η Ρώσικη επανάσταση αφομοίωσε και αναλόγως μεταμόρφωσε στην περίοδο «πολέμου επανάστασης» (το κόμμα της πρωτοπορίας. Συχνά ξεχνιέται ότι οι αναρχικοί υιοθέτησαν μια παρόμοια μορφή!). Παρά τις διαφορές ανάμεσα στις δύο περιόδους, έχουν κοινή την ιδέα ότι το κόμμα ενσαρκώνει το μέγιστο της σοσιαλιστικής συνείδησης και αγωνιστικής στράτευσης και ότι για το λόγο τούτο, έχει το δικαίωμα να διευθύνει το κοινωνικό κίνημα στο σύνολό του αυτή η ιδέα της πρωτοκαθεδρίας απορρίπτεται έντονα.

Επιπρόσθετα ο νεοφιλελευθερισμός προσπαθεί να καταπνίξει την πολιτική εν γένει (προς όφελος μιας τεχνοκρατικής επιχειρηματικής διαχείρισης της κοινωνίας). Η ιδέα της ανασυγκρότησης ενός κόμματος, συνθεμένου από ενεργά μέλη που αγωνίζονται για την αυτοχειραφέτηση του προλεταριάτου, επομένως για την αυτοδιαχειριζόμενη κοινωνία, έχει κάποιο έδαφος να καλύψει πριν ν’ αναγνωριστεί ως ένα χρήσιμο, ακόμη και ουσιαστικό, εργαλείο.

Η τρέχουσα κατάσταση είναι γεμάτη από αστάθμητους παράγοντες. Τα «νέα» κοινωνικά κινήματα καταλαμβάνουν την κεντρική σκηνή. Η εργατική τάξη κατά τη μέλλουσα αναβίωση των αγώνων της θα καθορίσει αυτό που είναι ζωντανό και εκείνο που είναι νεκρό στο παρακμάζον «ιστορικό», πολιτικό, και συνδικαλιστικό, εργατικό κίνημα.

Η νέα γενιά θ’ ακολουθήσει τη δική της εμπειρία και θα υιοθετήσει οργανωτικές μορφές που θα εκπλήσσουν. Τα σπάργανα της επαναστατικής αριστεράς που επιβίωσαν στα «μολυβένια χρόνια» χωρίς να υποκύπτουν στο σεχταρισμό θα παίξουν ένα σημαντικό ρόλο.

Το τοπίο είναι ασαφές με ποικίλες δυναμικές και τροχιές, αλλά είναι σαφές ότι μια νέα περίοδος ταξικής σύγκρουσης έχει εγκαινιαστεί. Το ζήτημα νέων κομμάτων, μιας νέας σοσιαλιστικής αντικαπιταλιστικής Διεθνούς έχει τεθεί.

François Vercammen

Σημειώσεις

(1) Δεν εμπίπτουν στην ίδια κατηγορία: τα Ηνωμένα Έθνη με τη Γενική τους Συνέλευση, όπως και μια σειρά από «κοινωνικές υπηρεσίες» έχουν αποκτήσει μια αξιοπιστία. Αυτό δεν είναι αλήθεια για την Παγκόσμια Τράπεζα και ακόμη λιγότερο το τεχνοκρατικό Δ.Ν.Τ.. Η κατάσταση της Ε.Ε. είναι περισσότερο αμφιλεγόμενη: είναι λιγότερο η έλλειψη δημοκρατικής αντιπροσωπευτικότητας από την αντι-κοινωνική της πολιτική που τίθεται σε αμφισβήτηση. Η συνάντηση του G7 από την άλλη αναμφίβολα αντιπροσωπεύει το μέγιστο της πολιτικής και συμβολικής αλαζονείας περισσότερο ακόμα και από το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών.

(2) Όπως ο σύντροφός μας Τζίτζι Μπαλαμπάρμπα αρχηγός της ομάδας των γερουσιαστών της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης είπε στον Μπερλουσκόνι στη συνέλευση της Γερουσίας «τα ποσά είναι λιγότερα απ’ αυτά που επενδύσατε φέτος στην ποδοσφαιρική σας ομάδα (Μίλαν)».

(3) Αυτή είναι μια υπόμνηση της ιδεολογικής κατάστασης μετά την καταστροφική ήττα της Παρισινής Κομμούνας το 1871: όταν η εναλλακτική επιλογή ήταν ανάμεσα στην μακρινή προοπτική του σοσιαλισμού και τη μετανάστευση στην Αμερική.

(4) Χωρίς, επιπλέον, ένα ορατό αποτέλεσμα. Έξω απ’ την Ευρώπη ήταν ένα πολύ αδύναμο σύμβολο της παγκοσμιοποίησης. Στην Ευρώπη ακόμη και Ε.Ε. αισθάνθηκε υποχρεωμένη να οργανώσει, στο Λουξεμβούργο, μια «σύνοδο κορυφής» για την εργασία, ενώ η ECTU Ευρωπαϊκή Συνδικαλιστική Συνομοσπονδία) οργάνωσε μια διαδήλωση. Εντούτοις ένα σημάδι των τότε ακόμη πολύ δυσμενών συσχετισμών δύναμης ο κυβερνητικός συντονισμός σχετικά με την απασχόληση που αποφασίστηκε εκεί, έγινε ένα όργανο στο νεοφιλελεύθερο πόλεμο εναντίον του κόσμου της εργασίας.

(5) Το σχέδιο της Πολυμερούς Συμφωνίας για τις Επενδύσεις γύρευε να δημιουργήσει μια διεθνή νομοθεσία που να υπερισχύει εκείνης των εθνικών κρατών και να απελευθερώνει τις ξένες επενδύσεις από ουσιαστικά όλους τους κοινωνικούς και οικολογικούς περιορισμούς. Ενώ οι κύριες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις δεν κατάφεραν να συμφωνήσουν οι Η.Π.Α. διατηρούν την πίεσή τους, ενσωματώνοντας κεφάλαιά της στις συμφωνίες που επιβάλλου, NAFTA (με το Μεξικό και τον Καναδά) και το σχέδιο FTAA.

(6) Δες Κριστόφ Αγκιτόν «Le Monde nous appartient» Plou, Παρίσι 2001 που δίνει πραγματικά μια ολοκληρωμένη εικόνα του κινήματος, της ιστορίας του, των συνιστωσών και των δραστηριοτήτων του.

(7) Θα ‘πρεπε λοιπόν να διακρίνουμε το «οργανωμένο κίνημα» από τις αναρίθμητες, ανώνυμες ενέργειες που τελούνται απ’ τους καταπιεζόμενους κι εκμεταλλευόμενους σ’ ολόκληρο των κόσμο με σκοπό να υπερασπιστούν τους όρους της ύπαρξής τους εναντίον της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης. Τα δύο αυτά στοιχεία τόσο το οργανωμένο κίνημα, όσο και αυτές οι ενέργειες στηρίζονται στην ίδια αντικειμενική βάση : Πρόκειται για τον αυξανόμενο βαθμό διεθνοποίησης του καπιταλιστικού συστήματος. Η τελευταία κάνει τη συνάντηση ανάμεσα στα δύο πιθανή. Παρόλο που δεν έχει ακόμα πραγματοποιηθεί, είναι ένας στόχος για τον οποίο πρέπει να παλέψουμε. Απ’ την άλλη το να συγχέουμε τα δύο αυτά στοιχεία θα σήμαινε να υπερβάλλουμε την τρέχουσα δύναμη του οργανωμένου κινήματος και να υποτιμήσουμε τα απομένοντα στρατηγικά και πρακτικά προβλήματα.

(8) «Εξαιρετικά» μόνο σε σχέση με τους λευκούς εργάτες και φοιτητές, γιατί στα γκέτο των «έγχρωμων» ανθρώπων η βαναυσότητα και η αυθαιρεσία συνιστούν τον κανόνα.

(9)Σ’ ένα προφητικό άρθρο γραμμένο το 1996, ένας καθεστωτικός ιδεολόγος έκανε την εξής προειδοποίηση: «Ο κόσμος αναμφίβολα κατευθύνεται σε μια από αυτές τις τραγικές στιγμές που θα οδηγήσουν τους ιστορικούς να ρωτήσουν γιατί κανένας δεν έκανε τίποτα την ώρα που έπρεπε».

(10) Θα μπορούσαν να βρεθούν σε μια δομή διαλόγου ή καλύτερα εντός μιας «κοινωνίας πολιτών» δημιουργημένης από τα πάνω από τους ίδιους του κρατικούς μηχανισμούς, υποστηριζόμενης από επιδόματα, υλικά μέσα λειτουργίας και γιατί όχι, προσωπικές καριέρες. Αυτή η «κοινωνία πολιτών» θα γίνει ένας τροχός στην άμαξα της «διακυβέρνησης» και θα μπορούσε προοδευτικά να γίνει ένα υποκατάστατο για το κλασικό μοντέλο της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

(11) Ο Otto Jchilly, Γερμανός Υπουργός των Εσωτερικών, πήγε στη Ρώμη έπειτα από τη Γένοβα, όχι για να διαμαρτυρηθεί σχετικά με την αστυνομία, αλλά για να απαιτήσει η ιταλική κυβέρνηση να λαμβάνει ως δεδομένο και να υπερασπιστεί το μονοπώλιο της βίας του «δημοκρατικού κράτους». Δες Corriere de la Siera, 26 Ιουλίου 2001.

(12) Παρόλο που η κυβέρνηση Μπερλουσκόνι κέρδισε της εκλογές το Μάιο του 2001, δεν ανέλαβε καθήκοντα παρά στις αρχές του Ιουλίου. Δεν ψεύδεται, λοιπόν, (αν και αυτό φανερώνει τη δειλία του), όταν λέει ότι η προετοιμασία της καταστολής έγινε από την προηγούμενη κεντροαριστερή κυβέρνηση.

(13) Μια πρόγευση ήρθε όταν ο Μπερνάντ Κασσέν, πρόεδρος του ATTAC Γαλλίας «έριξε με αλεξίπτωτο» τον φίλος του Σεβενεμάν, πρώην υπουργό Εσωτερικών και μάστιγα των «παράνομων μεταναστών», στη διαδήλωση και τη συνάντηση του Πόρτο Αλλέγκρε.

(14) Τόσο το χειρότερο για τον «Ριφκινισμό»: Δες Jeremy Rifkin: «Το τέλος της εργασίας».


Σπάρτακος 62, Νοέμβρης 2001

Σπάρτακος αρχείο



https://tpt4.org/?p=2628

There is one comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s