Brenner: Εν αναμονή της ύφεσης

Σπάρτακος 61, Οκτώβρης 2001


Παγκόσμια οικονομία:

Εν αναμονή της ύφεσης

Το ακόλουθο άρθρο γράφτηκε στις αρχές του 2001 και προσφέρει μια ανάλυση των βασικών προβλημάτων της αμερικανικής οικονομίας και των επιπτώσεων που θα έχει η ορατή κρίση της για τη Δυτική Ευρώπη και την Ανατολική Ασία. Τα συμπεράσματα αυτής της ανάλυσης είναι προφανώς αντίθετα με καποιες «μαρξίζουσες» απόψεις σύμφωνα με τις οποίες ο παγκόσμιος καπιταλισμός στα τελευταία χρόνια ξεπέρασε, ιδιαίτερα εξαιτίας της δήθεν εξαιρετικής δύναμης της οικονομίας των ΗΠΑ, το μακρύ κύμα ύφεσης στο οποίο βρίσκεται από το 1970. Όπως δείχνει και αυτή η ανάλυση του Brenner, αυτή η αντίληψη δε βολεύει μόνο τους προπαγανδιστές των κυβερνώντων σοσιαλδημοκρατών και άλλων ρεφορμιστών διαχειριστών της καπιταλιστικής κρίσης όπως και τις λίγο πολύ παθητικές γραφειοκρατικές ηγεσίες των συνδικάτων αλλά έρχεται και σε σαφή αντίφαση με την πραγματικότητα. Σίγουρα δεν υπάρχει λόγος να “χαρούμε” αν οι προβλέψεις του Brenner αποδειχθούν αληθινές. Είναι όμως προτιμότερο να αντιλαμβανόμαστε τον καπιταλισμό έτσι όπως είναι παρά να τον παρουσιάσουμε σύμφωνα με τις υποθέσεις κάποιων «αριστερών» αναλυτών που νομίζουν ότι διαθέτουν τις κατάλληλες συνταγές για τη σωτηρία του. Το άρθρο του Brenner αποκτά μετά τις πρόσφατες απόπειρες στη Νέα Υόρκη και Ουάσιγκτον ιδιαίτερη επικαιρότητα.

του Robert Brenner*


Το βασικό ζήτημα είναι έως πότε η οικονομική ανάκαμψη θα διαρκέσει. Το χρηματιστήριο, που είναι ο κύριος κινητήρας της ανάκαμψης των ΗΠΑ, θα σκάσει σαν υπερβολικά φουσκωμένο μπαλόνι πέφτοντας σε μια φάση υπερ αντίδρασης τόσο βαθιά όσο η Ιαπωνία στις αρχές του ’90; Οι βορειαμερικάνοι ειδικοί που σαφώς έχουν συνείδηση αυτού του κινδύνου ελπίζουν να κρατήσουν ζωντανή την οικονομία στη μεταβατική περίοδο της διεθνούς κρίσης στα 1997-8 μέχρι να υπάρξει μια νέα παγκόσμια ανάκαμψη με τη βοήθεια της πρόσφατα καλπάζουσας επέκτασης της ιδιωτικής κατανάλωσης.

Αν επιτευχθεί η αναζωογόνηση της διεθνούς ανάπτυξης, που βασίζεται στην εξαγωγή και ταυτόχρονα οδηγεί στην άνοδο της παγκόσμιας ζήτησης για βορειοαμερικανικά προϊόντα, η αύξηση της κατανάλωσης στις ΗΠΑ θα μπορούσε να καταστήσει δυνατό ότι οι βορειοαμερικάνοι παραγωγοί φτάνουν πάλι τα ποσοστά ανάπτυξης των εξαγωγών τους στα επίπεδα του 1997 κι έτσι και τα ποσοστά κερδών τους.

Ταυτόχρονα αναμένεται ότι οι επενδύσεις στους μη παραγωγικούς τομείς μεγαλώνουν στον επαρκή βαθμό, η παραγωγικότητα μπορεί να αυξηθεί όπως τα τελευταία 4-5 χρόνια και το ποσοστό κερδών του τομέα υπηρεσιών μπορεί να αυξηθεί ακόμα περισσότερο.

Τότε η οικονομία δε θα εξαρτιόταν πια από την κατανάλωση που βασίζεται σε δάνεια και χρέωση. Θα μπορούσε να διατηρήσει την ανάκαμψη βάσει νέων επενδύσεων κι εξαγωγών και να δημιουργήσει έτσι μια πιο σταθερή βάση για τη διατήρηση των ψηλών τιμών των μετοχών στο χρηματιστήριο. (Μέχρι τότε οι μετοχές θα έπρεπε να υποβληθούν σε μια «διόρθωση τιμής» αλλά το τέλος τους θα μπορούσε να αποφευχθεί.)

Στα μέσα του 2000 η βορειοαμερικανική οικονομία φαινόταν να αναπτύσσεται ουσιαστικά έτσι όπως οι ειδικοί και οι υπεύθυνοι είχαν προβλέψει. Η ανάπτυξη ήταν εξαιρετική και επιταχύνθηκε με μια ταχύτητα που στο τέλος ενός οικονομικού κύκλου δεν παρατηρείται συχνά.

Το ΑΕΠ αυξήθηκε στους τελευταίους 12 μήνες κατά 6,1%. Η παραγωγικότητα της εργασίας ανέβηκε εκπληκτικά κατά 7% (μετά από 4,1% το 1998 που ήταν αξιόλογο).

Η αιτία γι’ αυτό είναι η αύξηση των επενδύσεων (1999 κατά 14,2% και στο πρώτο εξάμηνο του 2000 κατά 18%). Παρ’ ολ’ αυτά οι πραγματικοί μισθοί ανέβηκαν στο δεύτερο εξάμηνο του 1999 μόλις κατά 1,4%, δηλαδή μόνο το μισό του προηγούμενου έτους. Οι εταιρίες αύξησαν τις τιμές τους σημαντικά σε ετήσιο ρυθμό, π.χ. στο πρώτο εξάμηνο του 2000 κατά 2,7%. Οι συνθήκες ήταν ιδανικές για το κεφάλαιο, τα κέρδη των εταιριών ανέβηκαν στο ίδιο διάστημα, μετά την αφαίρεση των φόρων, κατά 14% ετήσια.

Η οικονομική αύξηση των ΗΠΑ επέφερε και γρηγορότερη ανάπτυξη στον υπόλοιπο κόσμο, κυρίως στην Ασία και τη Δυτική Ευρώπη. Αυτές οι δύο περιοχές επωφελήθηκαν έτσι ταυτόχρονα μέσω της αύξησης των εξαγωγών τους. Η Κορέα π.χ. φαίνεται να ξεπέρασε την κρίση της. Οι κορεάτικες εξαγωγές στα 1999-2000 ανέβηκαν κατά 20-25% και το ΑΕΠ μεγάλωσε στο ίδιο διάστημα κατά 11% ετήσια. Παρόμοια ισχύουν για την Ταϊβάν, το Χονγκ Κονγκ και τη Σιγκαπούρη.

Στις χώρες του ευρώ, που οι εξαγωγές τους στις ΗΠΑ ανέβηκαν στα 1999-2000 με μέσο όρο κατά 11% ετήσια, το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 3,5% και η ανεργία μειώθηκε.

Σε αυτό το διεθνή κύκλο ανάπτυξης κι οι βορειοαμερικανικές εξαγωγές ανέβηκαν κατά 13,3%, ενώ το 1998 είχαν φτάσει το 2,2% και το 1999 4%. Το όραμα των Greenspan, Summers και Κλίντον φάνηκε να γίνεται πραγματικότητα. Ακόμα και το ενδεχόμενο ενός νέου μακρού κύματος της ανάπτυξης φάνηκε να είναι εφικτό.

Ο Greenspan άλλαξε από τον Ιούνιο 1998 την πολιτική του για να εξασφαλίσει τη συνέχιση αυτής της πορείας. Το 1998 ακόμα ακολούθησε μια πολιτική της μείωσης του επιτοκίου για την αναζωογόνηση του χρηματιστηρίου. Τώρα όμως άρχισε να αυξάνει το επιτόκιο βραχυπρόθεσμα στο 1,75%. Αυτή η προσαρμογή έγινε με πολύ ήπιο τρόπο. Πρώτες ενδείξεις πληθωρισμού έδειξαν το καλοκαίρι 2000 ότι το πραγματικό επιτόκιο ακόμα δεν είχε ξεπεράσει το ύψος των τιμών στη στιγμή που η προσαρμογή είχε ξεκινήσει. Ο πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας (Federal Reserve Bank) νόμισε, όπως φαίνεται, ότι η απλή ανακοίνωση των επιθυμιών του θα αρκούσε να φρενάρει τις τιμές του χρηματιστηρίου και να πετύχει μια “μετριοπαθή διόρθωση πορείας” χωρίς να είναι αναγκασμένος να πάρει πιο δραστικά μέτρα. Το φθινόπωρο 1998 πραγματικά είχε καταφέρει να προκαλέσει με μερικές τοποθετήσεις κατ’ ευχήν την άνοδο του χρηματιστηρίου. Τώρα ήταν ο στόχος η μείωση της ιδιωτικής κατανάλωσης.κι έτσι των εισαγωγών. Γι’ αυτό το χρηματιστήριο είχε να πέσει ελαφρά. Ήταν αρκετό όμως μέχρι το φθινόπωρο για να χάσουν ο δείκτης “Νασντάκ” και με αυτόν η “νέα οικονομία” το 40% της αξίας τους.

Είναι ανοιχτό ερώτημα αν η μείωση της ιδιωτικής κατανάλωσης στις ΗΠΑ είναι δυνατή χωρίς να κινδυνεύσει η ανάπτυξη της αμερικανικής και παγκόσμιας οικονομίας. Η αμερικανική οικονομία πρέπει να πετύχει έναν αναπροσανατολισμό στην κατεύθυνση μιας ανάπτυξης που να βασιστεί στην αύξηση των εξαγωγών.

Αυτήν τη φορά όμως μια τέτοια αύξηση των εξαγωγών θα γινόταν παράλληλα με μια παρόμοια αύξηση των σημαντικότερων συνεταίρων και μεγαλύτερων αντιπάλων της. Σύμφωνα με τα βιβλία διδασκαλίας το “κέικ”, που πρόκειται να μοιραστεί θα έπρεπε να να γίνει τόσο μεγάλο που όλοι θα επωφελούνταν απ’ αυτό βάσει ενός νέου εντατικού καταμερισμού εργασίας.

Και, τελικά, ο τομέας υπηρεσιών των ΗΠΑ θα έπρεπε να διατηρήσει μια τέτοια αύξηση του ποσοστού κέρδους του που θα υπήρχε κίνητρο για νέες επενδύσεις και μια αύξηση της παραγωγικότητάς του, έτσι ώστε οι μισθοί θα ανέβαιναν και ο κινητήρας της βορειοαμερικανικής αγοράς θα έβαζε μπροστά.

Υπερπαραγωγή σε διεθνή κλίμακα;

Αλλά ούτε ένας αναπροσανατολισμός προς διεθνή συνεργασία αντί για το διεθνή ανταγωνισμό ούτε η συνέχιση της αύξησης των επενδύσεων στο βορειοαμερικανικό τομέα υπηρεσιών δεν είναι εξασφαλισμένα.

Πρέπει να θυμηθούμε ότι οι πιο σημαντικές παραγωγικές οικονομίες (ΗΠΑ, Δυτική Ευρώπη, Ιαπωνία και Ανατολική Ασία) μέχρι το 1998 δεν ήξεραν, πώς μια συντονισμένη αύξηση και επέκταση δεδομένης της διεθνούς βιομηχανικής υπερπαραγωγής θα μπορούσαν να είναι εφικτές ή τις θεώρησαν αδύνατες.
Η άνοδος του δολαρίου και η ανάπτυξη της αμερικανικής οικονομίας κατέστησαν δυνατή μια γρήγορη ανάπτυξη των εξαγωγών από το 1995. Αυτή η αύξηση των εξαγωγών ήταν ο κινητήρας ενός νέου κύκλου ανάπτυξης σε μεγάλα μέρη του κόσμου (όπως ήταν στα μέσα της δεκαετίας του ’70 και στις αρχές του ’60, τότε όμως εξαιτίας της απότομης πτώσης του δολαρίου και της μείωσης της οικονομικής ανάπτυξης των ΗΠΑ, κάτι που δεν ισχύει για τα 1990-5). Η αύξηση του ΑΕΠ των χωρών G7 και του ΟΟΣΑ αποκορυφώθηκε στη δεκαετία του ’90 και ουσιαστικά το 1997.

Οι υψηλές συναλλαγματικές ισοτιμίες στις ΗΠΑ και στις ασιατικές οικονομίες που είναι συνδεδεμένες με το δολάριο, μπορεί να είναι αποφασιστικής σημασίας για την αναζωογόνηση των ιαπωνικών και δυτικοευρωπαϊκών εξαγωγών, οδήγησαν όμως στη συρρίκνωση της ανταγωνιστικότητας και των βιομηχανικών κερδών στις ίδιες τις ΗΠΑ και στη μεγάλη κρίση της Ανατολικής Ασίας. Αυτή η κρίση κόντεψε στα τέλη του 1998 να πνίξει όλη την παγκόσμια οικονομία σε ύφεση. Η ελλιπής αξιοποίηση των βιομηχανικών εγκαταστάσεων και η διεθνής υπερπαραγωγή, που φάνηκαν από τη συνεχιζόμενη μείωση του βιομηχανικού ποσοστού κέρδους σε παγκόσμια κλίμακα, έδειξαν εκ νέου το άσχημο πρόσωπό τους.

Μια μελέτη του “Economist” της 22-02-99 επισημαίνει: “Εξαιτίας των τεράστιων υπερεπενδύσεων κυρίως στην Ασία, ο κόσμος είναι κορεσμένος με υπερβολικά μεγάλες παραγωγικές εγκαταστάσεις σχετικά με τσιπς υπολογιστών, ατσάλι, αυτοκίνητα, υφαντουργικά και χημικά προϊόντα. (…) Η βιομηχανία αυτοκινήτων π.χ. διαθέτει τώρα κιόλας εγκαταστάσεις που έως 30% δε χρησιμοποιούνται. Παρ’ ολ’ αυτά ακόμα χτίζονται νέα εργοστάσια στην Ασία.”

Και ο “Economist” συμπεραίνει: “Δεν είναι πολύ πιθανό ότι αυτός ο πλεονασμός παραγωγικών εγκαταστάσεων θα εξαφανισθεί γρήγορα αφού οι επιχειρήσεις που έχουν οικονομικά προβλήματα επιχορηγούνται για να κρατηθούν στη ζωή ακόμα και με παθητικό. Αυτό το πλεόνοσμα προσφοράς επιφέρει παγκοσμίως μια πτώση των τιμών. Η παρακμή των αξιών όμως δεν μπορεί να εξαφανίσει την υπερπαραγωγή αλλά μετατοπίζει μόνο το πρόβλημα.” Έτσι ο “Economist” εκτιμάει ότι θα φτάσουμε σε επίπεδα που μόνο με αυτά της δεκαετίας του ’30 μορούν να συγκριθούν.

Από το 1998 η αύξηση της εσωτερικής κατανάλωσης με βάση τα δάνεια διαδέχθηκε τους μέχρι τότε κύριους κινητήρες της αμερικανικής οικονομίας, δηλαδή την αύξηση του βιομηχανικού ανταγωνισμού και τις εξαγωγές. Το πρόβλημα της υπερπαραγωγής γενικά μπόρεσε να ελεγχθεί με τον τρόπο αυτό για ένα μικρό διάστημα.

Αλλά το ερώτημα είναι αν οι αμερικάνοι υπέυθυνοι και ειδικοί θα είναι τώρα, που οι ίδιοι οι ανταγωνιστές τους ασκούν μια πολιτική της επέκτασης, που στηρίζεται στις εξαγωγές, σε θέση να αντιστρέψουν τη διαδικασία.

Η διεθνής ανάκαμψη που ενδυναμώνεται από το 1999 παρουσιάζει λίγες ενδείξεις για το ότι οι μεγαλύτερες βιομηχανικές χώρες του κόσμου θα μπορούσαν να επιχειρήσουν μια συντονισμένη ανάπτυξη. Χρειάζονται τουλάχιστον το πλεονέκτημα του βορειοαμερικανικού εμπορικού ελλείμματος, που κάθε χρόνο που περνάει διογκώνεται, ή, με άλλα λόγια, χρειάζονται τη μεγάλη αύξηση της εσωτερικής κατανάλωσης των ΗΠΑ.

Η αλήθεια είναι ότι η αμερικανική αύξηση εξαγωγών περνάει μια κρίση εξαιτίας της διεθνούς οικονομικής αύξησης που ξεκινάει και ήταν δυνατή σε μεγάλο βαθμό χάρη στην αύξηση των βορειοαμερικανικών εισαγωγών. Αλλά το μέγεθος της αύξησης ήταν στα μέσα του 2000 30% πάνω από την αύξηση των εξαγωγών. Αυτό σημαίνει ότι οι εξαγωγές θα έπρεπε να μεγαλώσουν τρεις φορές γρηγορότερα για να μην αυξηθεί ακόμα περισσότερο το εμπορικό έλλειμμα που ανέρχεται τωρα κιόλας στα 30 δισ. δολάρια, δηλαδή θα έπρεπε να μεγαλώσουν ετήσια κατά 28,5%. Αυτό είναι απλά αδύνατο. Το εμπορικό έλλειμμα θα φτάσει έως το τέλος 2000 σε ύψη ρεκόρ 4,5% έως 5% του ΑΕΠ.

Οι σημαντικότεροι ανταγωνιστές και σύμμαχοι των ΗΠΑ στην Ευρώπη και Ασία είναι στη σημερινή διεθνή συγκυρία, όπως κι ήταν στις προηγούμενες ανακάμψεις στα μέσα του ’70 και στις αρχές του ’80, εξαρτημένοι, όσον αφορά στην αύξησή τους, από μια πολύ ευνοϊκή συναλλαγματική ισοτιμία με πολύ αδύναμο ευρώ και από τη βορειοαμερικανική εσωτερική αγορά με πολύ μεγάλη ζήτηση. Όταν η αύξηση του ΑΕΠ και της εσωτερικής αγοράς των ΗΠΑ αποδυναμωθεί σε μεγαλύτερο βαθμό, μάλλον θα λείψει η εναλλακτική λύση, πώς το αναγκαίο κίνητρο των βορειοαμερικανικών εξαγωγών θα μπορούσε να διατηρηθεί. Το αντίθετα ισχύει: Η παγκόσμια αγορά θα έπρεπε να επεκταθεί σε τεράστιο βαθμό για να μπορέσει να απορρωφήσει τις εξαγωγές των ΗΠΑ, όπως τα πρόσφατα γρήγορα ποσοστά αύξησης απαιτούν. Όπως φαίνεται, οι εισαγωγές και το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ θα έπρεπε να μεγαλώσουν για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος.

Για τον ίδιο λόγο φαίνεται, με δεδομένο τη σημερινή συναλλαγματική ισοτιμία του δολαρίου, πολύ δύσκολο για την αμερικανική βιομηχανία να ξεφύγει από την πίεση που εξελίχθηκε από το ποσοστό κέρδους και την ταχύτητα της συσσώρευσης κεφαλαίου ως συνέπειες της διεθνούς ύφεσης στα 1997-8.

Στα μέσα του 2000 τα ακαθάριστα κέρδη του βιομηχανικού τομέα δεν κατάφεραν να φτάσουν πάλι το επίπεδο του 1997 κι αυτό παρά την αύξηση των εξαγωγών κατά 13% και μιας έκρηξης της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά το αξεπέραστο 5,35% του 1999.

Ύστερα ούτε η βύθιση του ευρώ δε βοήθησε πια, αν και αυτή σίγουρα κατέστησε δυνατή την ευρωπαϊκή ανάκαμψη που με τη σειρά της υποστήριξε την αύξηση εξαγωγών των ΗΠΑ.

Η κύρια δύναμη της οικονομίας του μη χρηματιστικού τομέα των ΗΠΑ μετά το 1965 ήταν η ικανότητά της να διατηρήσει τα υπερκέρδη της και ακόμα να τα αυξήσει κι αυτό παρά τη δυνατή πίεση προς τα κάτω που οφειλόταν στο βιομηχανικό ποσοστό κέρδους. Αυτή η δύναμη βασίστηκε ουσιαστικά στα εξαιρετικά αποτελέσματα των μη βιομηχανικών τομέων που τα ποσοστά κέρδους τους στην περίοδο 1995-7 μεγάλωσαν σημαντικά και κρατήθηκαν τόσο ώστε μπόρεσαν να αντισταθμίσουν την πτώση του βιομηχανικού τομέα στα 1998-9. Έτσι μπορεί να εξηγηθεί η υπόθεση ότι το 2000 θα μπορούσε να επιτευχθεί παγκόσμια ανάπτυξη.

Και το φάντασμα της Ιαπωνίας;

Το ερώτημα είναι μέχρι πότε αυτή η κατάσταση μπορεί να διατηρηθεί. Η πυρετώδης αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης ήταν τεράστιο κίνητρο και η προϋπόθεση νέων επενδύσεων στους μη βιομηχανικούς τομείς αλλά είναι και απόλυτα απαραίτητη για τη διατήρηση των κερδών. Στην περίοδο 1997-8 κατέστη δυνατός κι ένας περιορισμός των απωλειών στο βιομηχανικό τομέα εξαιτίας αυτής της αύξησης.

Παρά την κατάρρευση των εξαγωγών (από 10% ετήσια στην περίοδο 1985-97 σε 0% στα 1998-9) και την παράλληλη μείωση της βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας, η πτώση του βιομηχανικού ποσοστού κέρδους ανήλθε μόλις στο 10-12%. Αυτό ήταν σε μεγάλο βαθμό δυνατό χάρη στην έκρηξη της κατανάλωσης στα μακράς διάρκειας προϊόντα (περίπου 11% ετήσια στην περίοδο 1997-2000 απέναντι σε 6,5% στα 1991-7).

Τίθεται όμως ένα πρόβλημα: Η έκρηξη της κατανάλωσης που κατέστησε δυνατή την αύξηση των μη βιομηχανικών επενδύσεων και αναχαίτισε την παρακμή του βιομηχανικού τομέα στα μέσα του ’90, βασίστηκε στην κατανάλωση των ιδιωτικών οικονομιών και στην τεράστια αύξηση της ιδιωτικής χρέωσης.

Είναι σχεδόν αδύνατο ότι αυτή η χρέωση θα εξακολουθήσει να αυξάνεται τόσο ώστε η αύξηση της κατανάλωσης κι έτσι η οικονομική ανάπτυξη να μπορέσουν να διατηρηθούν.

Αυτό ισχύει ιδιαίτερα όταν το «σύνδρομο του πλούτου», που δημιουργήθηκε από τη φούσκα των μετοχών στο χρηματιστήριο, θα συρρικνωθεί ή θα εξασθενισθεί. Αν η τιμή των μετοχών για ένα διάτημα πάψει να ανεβαίνει, αυτό δε σημαίνει στασιμότητα αλλά σημαντική πτώση. Από τη δεκαετία του ’90 οι μετοχές δεν αγοράζονται τόσο εξαιτίας των μερισμάτων τους αλλά σύμφωνα με κερδοσκοπικά κριτήρια που οφείλονται στην άνοδο των μετοχικών τιμών.

Δεν αποκλείεται καθόλου ότι η οικονομία των ΗΠΑ ξαφνικά να βρεθεί σε μια κατάσταση που δε διαφέρει πολύ απ’ αυτήν της Ιαπωνίας, όταν εκεί η φούσκα του χρηματιστηρίου έσκασε. Αυτό μπορεί να συμβεί όταν η τόσο υψηλή συναλλαγματική ισοτιμία εμποδίσει τον αναπροσανατολισμό σε κατεύθυνση ενός προτύπου ανάπτυξης στη βάση των εξαγωγών και ο βιομηχανικός τομέας γι’ αυτό το λόγο είναι ανίκανος να ενδυναμώσει την οικονομία. Με ένα πάμφτηνο ή άχρηστο χρηματιστήριο οι μη βιομηχανικοί τομείς θα έχαναν την εσωτερική αγορά που χρειάζονται για να βγουν κερδοφόρες οι τεράστιες επενδύσεις τους.

Όταν το δολάριο κοστίσει τόσο ώστε να μην μπορεί να αξιοποιήσει την άνοδο της διεθνούς ζήτησης καθώς η εσωτερική ζήτηση μειωθεί, δεν υπάρχει προοπτική παρά η στασιμότητα. Χωρίς την υποστήριξη της ψηλής αξίας τους στο χρηματιστήριο οι επιχειρήσεις θα βρεθούν αντιμέτωπες με σκληρότερους όρους για τα δάνεια τους και με ψηλότερους τόκους για τα χρέη τους.

Αν η αμερικανική οικονομία θα είναι αναγκασμένη να αποδεχθεί μια σημαντική ύφεση για να αναπροσανατολιστεί μετά το τέλος της σαπουνόφουσκας, τότε δεν είναι σίγουρο αν αυτή η εξέλιξη θα συντελεσθεί με απαλό τρόπο. Αν η ανάπτυξη των ΗΠΑ παρουσιάσει τόση στασιμότητα ώστε να περιορίσει τις εισαγωγές, τότε κι όλος ο υπόλοιπος κόσμος θα επηρεαστεί απ’ αυτό. Οι συνέπειες ιδιαίτερα για την Ασία που η ανάκαμψή της στα τελευταία δύο χρόνια βασίστηκε στη γρήγορη ανάπτυξη της βορειοαμερικανικής αγοράς, θα ήταν απρόβλεπτες. Αυτό θα περιόριζε με τη σειρά του τον τομέα εξαγωγών των ΗΠΑ.

Οι συνέπειες θα ήταν όμως ακόμα πιο σοβαρές. Όταν πραγματικά η ανάπτυξη του ΑΕΠ των ΗΠΑ μειωθεί και οι τιμές του χρηματιστηρίου πέσουν, οι μετοχές των βορειοαμερικανικών επιχειρήσεων θα χάσουν ένα μέρος της έλξης τους για τους ξένους επενδυτές. Οι κερδοσκοπικές αγορές μετοχών και ομολόγων από ξένους επενδυτές στις ΗΠΑ ανέβηκαν στο τελευταίο διάστημα ακράτητα. Όλες οι προσπάθειες πουλήματος θα προκαλούσαν μια απότομη πτώση του δολαρίου και η Ομοσπονδιακή Τράπεζα (Federal Reserve Bank) θα βρισκόταν σε αδιέξοδο. Αφενός θα έπρεπε να μειώσει τα επιτόκια για να ανεβάσει τη ρευστότητα και να διατηρήσει την ανάπτυξη, αφετέρου θα έπρεπε να αυξήσει το επιτόκιο για να σταθεροποιήσει το δολάριο, να προσελκύσει ξένους επενδυτές και να χρηματοδοτήσει το άνευ προηγουμένου έλλειμμα εμπορίου.

Όταν όμως οι ξένοι επενδυτές αρχίσουν να πουλάνε τις μετοχές και τα ομόλογά τους, κατά πόσο πρέπει να αυξηθούν οι τόκοι για να αποτελέσουν αντίβαρο στην πτωτική τάση του δολαρίου; Μια τέτοια κατάσταση θα εγκυμονούσε τον κίνδυνο να οδηγήσει σε μια αλληλεπίδραση της πτώσης τόσο του χρηματιστηρίου όσο και του δολαρίου. Αύτό θα προκαλούσε την πανικόβλητη υποχώρηση του κεφαλαίου με καταστροφικές συνέπειες για την πραγματκή οικονομία. Όπως ξέρουμε, ακριβώς αυτό έγινε στην Ανατολική Ασία στα 1997-8. Αλλά, φυσικά, τέτοια πράγματα δεν μπορούν να συμβούν στις ΗΠΑ με πρόεδρο τον Μπους.

Robert Brenner

* Ο Robert Brenner είναι καθηγητής κοινωνικής ιστορίας στο πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας/Λος Άντζελες, μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού New Left Review και μαχητής της σοσιαλιστικής Αριστεράς των ΗΠΑ. Το τελευταίο του βιβλίο είναι “Η οικονομία της παγκόσμιας ταραχής (The Economics of Global Turbulence)”. Το άρθρο είναι μετάφραση από το γερμανικό INPRΕKORR (357/358, Ιούλιος-Αύγουστος 2001).



Σπάρτακος 61, Οκτώβρης 2001

Αρχείο Σπάρτακου


https://tpt4.org/?p=2589

There is one comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s