Συνέντευξη Καγκαρλίτσκι: για το καθεστώς Πούτιν

Σπάρτακος 61, Οκτώβρης 2001 & Σπάρτακος 62, Νοέμβρης 2001


Το καθεστώς του Πούτιν και η αναζωογόνηση της ρώσικης Αριστεράς

Συνέντευξη με τον Μπόρις Καγκαρλίτσκι

Στο φετινό Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ της Αθήνας (6-8 Ιουλίου) είχαμε την ευκαιρία να πάρουμε μια συνέντευξη του γνωστού ρώσου μαρξιστή Μπόρις Καγκαρλίτσκι. Ο Καγκαρλίτσκι αναπτύσσει εδώ μια ενδιαφέρουσα ανάλυση του καθεστώτος του Πούτιν, των στόχων των νέων καπιταλιστικών ελίτ και του “αντιπολιτευόμενου” ΚΚ, του καταστροφικού πολέμου στην Τσετσενία και του τσετσένικου ζητήματος στη Ρωσία αλλά και της πρόσφατης ανόδου των νέων συνδικάτων και της Ακροαριστεράς.

  • Μπόρις, θα μπορούσες να μας εξηγήσεις τη φύση του καθεστώτος του Πούτιν;

Από την αρχή ήταν σαφές ότι ο Πούτιν ναι μεν είναι η συνέχεια του καθεστώτος του Γέλτσιν κι απ’ αυτήν την άποψη η ξεκάθαρη επιλογή των ελίτ για τη σταθερότητα του πολιτικού συστήματος αλλά ταυτόχρονα ο Πούτιν ξεκίνησε ένα πρόγραμμα αναδιάρθρωσης του κράτους με σκοπό να επιβάλει περισσότερη «τάξη και πειθαρχία» στην κοινωνία. Πρόκειται όμως για αναδιάρθρωση του νέου καπιταλιστικού κράτους με τις χαρακτηριστικές ανάγκες του κι αυτό προκάλεσε σύγχυση ανάμεσα στους σταλινικούς σχολιαστές που ήταν απογοητευμένοι από την εξασθένιση του κράτους επί Γέλτσιν. Βλέπουν τώρα ότι ο Πούτιν επιχειρεί να ενδυναμώσει το κράτος και θα μπορούσε να θεωρηθεί έτσι «καλός» πρόεδρος.

Νέο αυταρχικό κράτος

Ο Γέλτσιν είχε διαλύσει το παλιό σοβιετικό κράτος κι ιδιαίτερα όσα είχαν αποτελέσει κάποιες προοδευτικές ή σοσιαλιστικές πλευρές του, ενώ διατήρησε τα πιο αντιδραστικά στοιχεία του παλιού κράτους. Ταυτόχρονα προσποιήθηκε ότι καθιέρωσε ορισμένους φιλελεύθερους δημοκρατικούς θεσμούς που όμως υπηρέτησαν μόνο ως επιφάνεια του καθεστώτος προς τα έξω αλλά βασικά δεν είχαν σημασία για την καθημερινή λειτουργία του. Το παλιό πολιτικό σύστημα είχε καταστραφεί αλλά ο Γέλτσιν δεν είχε καταφέρει να το αντικαταστήσει μ’ ένα κατάλληλο νέο σύστημα. Η οικοδόμηση ενός τέτοιου συστήματος είχε όμως αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία για τις νέες αστικές ελίτ των επιχειρήσεων που αναπτύσσονταν. Η απαίτηση της ενδυνάμωσης του κράτους προβλήθηκε ακριβώς από τους ίδιους κύκλους που παλιότερα επιθύμησαν την αποδυνάμωσή του.

Ο στόχος του Πούτιν να δημιουργήσει ισχυρό κράτος σηματοδοτεί επομένως μια σαφέστατη ρήξη με την πολιτική του Γέλτσιν και μια νέα φάση της καπιταλιστικής παλινόρθωσης στη Ρωσία. Η οικοδόμηση ενός νέου αστυνομικού και κατασταλτικού κράτους σύμφωνα με τις επιθυμίες των νέων επιχειρησιακών ελίτ ή τουλάχιστον κάποιων τμημάτων των ολιγαρχών είναι αναγκαία ακριβώς εξαιτίας της επικείμενης εντατικοποίησης των φιλελεύθερων οικονομικών μεταρρυθμίσεων.

Αυτό οφείλεται στο ότι η παραπέρα φιλελευθεροποίηση της οικονομίας σημαίνει την «κανιβαλιστική» προσέγγιση της κοινωνίας. Οι άνθρωποι θα υποφέρουν ακόμα περισσότερο και το βιοτικό επίπεδο θα πέσει ακόμα περισσότερο για πλατύτατα στρώματα του πληθυσμού. Γι’ αυτό η ενίσχυση της κρατικής καταστολής θα είναι απαραίτητη.

Τα πιο κατασταλτικά χρόνια του καθεστώτος του Γέλτσιν ήταν αυτά της «θεραπείας σοκ» στα 1992-3. Από το 1994, όταν το νέο οικονομικό σύστημα είχε σταθεροποιηθεί, το νέο καθεστώς χαλάρωσε την επιθετικότητά του και τα κατασταλτικά μέτρα. Η επιβράδυνση της διαδικασίας μεταρρυθμίσεων ήταν και μια περίοδος που η ρώσικη κοινωνία έγινε λίγο πιο ελεύθερη όσον αφορά στην ελεύθερη έκφραση, στα δημοκρατικά δικαιώματα κλπ, ενώ το 1993 ο Γέλτσιν είχε καταπιέσει με στρατιωτική βία το κοινοβούλιο, την αντιπολίτευση και τον τύπο.

Η νέα φάση των κρατικών μεταρρυθμίσεων φαίνεται ανγκαία, επειδή το νέο καπιταλιστικό σύστημα δεν μπορεί να συσσωρεύσει αρκετά κεφάλαια, κι αυτό για δύο λόγους. Πρώτον, το είδος συσσώρευσης κεφαλαίων που διαμορφώθηκε στις «μετακομμουνιστικές» κοινωνίες δεν ευνοεί την επένδυση κεφαλαίων στις ίδιες τις χώρες αλλά στις μεγάλες παγκόσμιες χρηματαγορές όπως το Λονδίνο, η Νέα Υόρκη κλπ. Επομένως το χρήμα φεύγει από τη χώρα κι αυτό όχι μόνο αφού οι συνθήκες επένδυσης στη Ρωσία είναι δυσμενείς αλλά και εξαιτίας της σκληρότατης λογικής του καπιταλιστικού συστήματος.

Διαφυγή κεφαλαίου

Το έτος 2000 ήταν π.χ. πού καλό για τη ρώσικη οικονμία. Οι φόροι μειώθηκαν, η οικονομία άρχισε να μεγαλώνει, οι συνθήκες ιδιοκτησίας ήταν σταθερές, δηλαδή όλες οι προϋποθέσεις για καπιταλιστική επιτυχία υπήρξαν και οι γενικές τάσεις της οικονομίας ήταν καλές. Κι όμως, το 2000 η διαφυγή κεφαλαίων έσπασε όλα τα ρεκόρ. Όπως ένας ξένος δημοσιογράφος είπε: Όσο καλύτερα η χώρα λειτουργεί, τόσο περισσότερο καταληστεύεται. Αυτή είναι η λογική.

Με αυτήν την έννοια είναι αρκετά φυσιολογικό ότι αυτό το είδος καπιταλισμού που διαμορφώθηκε στη Ρωσία πάσχει συνεχώς από την έλλειψη επενδύσεων. Καμιά χώρα όμως δεν μπορεί να ζει χωρίς επενδύσεις για το βασικό οικοδόμημα της οικονομίας, την αντικατάσταση του βασικού εξοπλισμού, όταν χρειαστεί, κλπ για να λειτουργήσει. Αλλά το χρήμα φεύγει.

Μια στρατηγική θα μπορούσε φυσικά να είναι η προσπάθεια να σταματήσει η διαφυγή κεφαλαίων εξαναγκάζοντάς τα να μείνουν στη χώρα. Αυτό όμως δε θα ήταν μόνο σε αντίθεση με όλη τη φιλοσοφία του νεοφιλελευθερισμού αλλά και με τα συμφέροντα της νέας ρώσικης ολιγαρχίας όπως διαμορφώθηκε τα τελευταία χρόνια. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αυτή έχει τα χρήματά της ήδη στο εξωτερικό.

Η εναλλακτική λύση είναι η επιβολή ακόμα περισσότερων «θυσιών» στον πληθυσμό και το ξεζούμισμά του έτσι ώστε η ελλιπής συσσώρευση κεφαλαίων μπορεί κάπως να αντισταθμισθεί.

Ο δεύτερος λόγος της κρίσης διαρκείας σχετικά με τις επενδύσεις έγκειται στο ότι η ολιγαρχία, δηλαδή η νέα αστική τάξη, δεν έχει ριζώσει στη ρώσικη κοινωνία. Αυτή η ολιγαρχία εξελίχθηκε με πολύ παρασιτικό τρόπο και λειτουργεί πολύ αναποτελεσματικά και μη παραγωγικά.

Η αστική τάξη της Δύσης, έγινε η αποφασιστική δύναμη της κοινωνίας σε μία μακροχρόνια κοινωνική διαδικασία από τις αρχές της μικροαστικής τάξης στο 15ο αιώνα και μετά. Χωρίς όλες αυτές τις ιστορικές εξελίξεις είναι αδύνατο να αναπτυχθεί αστική τάξη που να είναι κοινωνικά ριζωμένη και παραγωγική. Επιπλέον η νέα αστική τάξη της Ρωσίας εγκαταστάθηκε μέσω αποφάσεων που επιβλήθηκαν από τα πάνω προς τα κάτω. Κάποιοι «πήραν» την ιδιοκτησία τους, τις επιχειρήσεις τους με μόνο 1% της πραγματικής αξίας τους.

Το αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν η δημιουργία μιας αστικής τάξης που δεν μπορεί να δημιουργήσει ένα καθεστώς που να είναι σε θέση να οργανώσει με ικανοποιητικό τρόπο τη συσσώρευση κεφαλαίου. Ο συνδυασμός αυτών των δύο παραγόντων οδηγεί στην κρίση του συστήματος. Βλέπουμε ότι το άμεσο αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας ήταν η δραματική μείωση της παραγωγής. Η νέα ολιγαρχία δημιουργήθηκε με την αναδιανομή των μέσων παραγωγής της σοβιετικής οικονομίας και παραείναι μεγάλη για το σημερινό μέγεθος της ρώσικής οικονομίας. Ένα μεγάλο μέρος αυτής της νέας ολιγαρχίας πρέπει να απολυθεί ή να εκμηδενισθεί..

Η ολιγαρχία συμπεριφέρεται εξάλλου με εντελώς ανεύθυνο τρόπο εξαιτίας του γεγονότος ότι πήρε τη νέα περιουσία και τα μέσα παραγωγής σχεδόν ως δώρα. Γι αυτό η ανευθυνότητα ενός μεγάλου μέρους της ολιγαρχίας πρέπει να σταματήσει. Τα παραέκαναν. Το καθεστώς του Πούτιν αποσκοπεί έτσι στην επιβολή της πειθαρχίας μέσω της καταπίεσης του πληθυσμού αλλά επίσης κάποιων ολιγαρχών όπως γίνεται πολλές φορές με τα παιδιά που κι αυτά χρειάζονται «για το καλό τους» μέτρα πειθαρχίας από τους κηδεμόνες τους.

Διαφθορά

  • Θα πετύχει κατά τη γνώμη σου ο Πούτιν σχετικά με τη δημιουργία ενός ισχυρού κράτους και με την πολιτική του της παλινόρθωσης του καπιταλισμού;

Η παλινόρθωση ενός είδους καπιταλισμού στη Ρωσία ήταν ήδη γεγονός όταν ο Πούτιν ανέλαβε την προεδρεία. Υπάρχουν βέβαια ακόμα κάποια στοιχεία της κοινωνίας που δε λειτουργούν με καπιταλιστικό τρόπο. Γεγονός που δεν σημαίνει, παρεπιμπτόντως, ότι είναι σοσιαλιστικά.

Πρόκειται για ένα ειδικό πρότυπο περιφερειακού εξαρτημένου καπιταλισμού όπως και σε πολλές χώρες του Τρίτου Κόσμου. Από αυτήν την άποψη η Ρωσία δεν αποτελεί εξαίρεση, νομίζω όμως ότι ο Πούτιν δεν θα τα καταφέρει, ακριβώς επειδή οι βασικές προϋποθέσεις των στόχων της πολιτικής του λείπουν.

Όλα αυτά τα προβλήματα του κύκλου συσσώρευσης της δυσαρέσκειας του πληθυσμού που αρχίζει να γίνεται μείζον πολιτικό πρόβλημα κλπ. Δεν μπορούν να λυθούν με καθαρά διοικητικά, γραφειοκρατικά ή κατασταλτικά μέτρα. Αυτό μπορεί να λειτουργήσει βραχυπρόθεσμα αλλά όχι για ένα μεγαλύτερο διάστημα.

Ακόμα και η οικονομική ανάπτυξη που παρατηρείται εδώ και τρία χρόνια προκαλεί μερικά ειδικά προβλήματα επειδή, πρώτα από όλα, αύξησε τη μαχητικότητα της εργατικής τάξης. Τώρα έχουμε περισσότερες πετυχημένες απεργίες. Στο παρελθόν έγιναν περισσότερες απεργίες που όμως συνήθως δεν είχαν αίσια κατάληξη. Αυτή η αύξηση πετυχημένων απεργιών της τελευταίας περιόδου είναι σημαντικότατη.

Η ανικανότητα επίλυσης των βασικών οικονομικών προβλημάτων καθιστά αυτήν την τάση της νέας περιόδου ακόμα πιο επικίνδυνη. Είναι προφανές ότι αυτή η ανικανότητα θα οδηγήσει στην αμφισβήτηση της διοικητικής και πολιτικής ηγεσίας.

Ο Πούτιν θέλει πιο αποτελεσματικό κράτος αλλά προσπαθεί να το κάνει στηριζόμενος στο υφιστάμενο κράτος και αντικαθιστώντας ορισμένους γραφειοκράτες του Γιέλτσιν με τους δικούς του ανθρώπους. Με τον τρόπο αυτό όμως δεν θα καταφέρει να βάλει τέρμα στη διαφθορά των κρατικών θεσμών. Απλά θα αυξήσει την κρατική καταπίεση.

Ο Πούτιν είναι ανίκανος να πάρει πιο ριζικά μέτρα για την εκκαθάριση του κρατικού μηχανισμού αφού ο ίδιος ήταν και είναι συστατικό μέρος του. Υπηρέτησε σε ένα ειδικό μέρος του μηχανισμού, τη μυστική υπηρεσία ΚGΒ που δεν ήταν λιγότερο διεφθαρμένη, αν και με κάπως διαφορετικό τρόπο, από τα άλλα μέρη του.

Ο Πούτιν και η ομάδα του προέρχονται από μία άλλη ομάδα του μηχανισμού και έτσι φαίνεται ότι ίσως είναι σε θέση να επιβάλλουν πειθαρχία στους γραφειοκράτες. Ένας πραγματικός αγώνας ενάντια στη διαφθορά είναι όμως αδύνατος. Ορισμένες μορφές διαφθοράς ίσως μπορούν να ηττηθούν αλλά οι ίδιοι που υποτίθεται ότι θα καταπολεμήσουν τη διαφθορά είναι πέρα για πέρα διαφθαρμένοι.

Ο πόλεμος της Τσετσενίας

Η προβλεψή μου είναι λοιπόν ότι το καθεστώς του Πούτιν βασικά θα αποτύχει. Κι ακριβώς αυτό το κάνει ιδιαίτερα επικίνδυνο και εξηγεί για ποιο λόγο παίζει τόσο πολύ το εθνικιστικό χαρτί. Ο εθνικισμός είναι κάτι σαν ένα όπλο της έσχατης ανάγκης. Αν δεν υπάρχει άλλος τρόπος να πείθεις τον κόσμο να σε ακολουθούν, τότε ξεκινάς μία ξενόφοβη εθνικιστική υστερία ενάντια στους άλλους, κινητοποιείς το έθνος την πλειοψηφία ενάντια στη μειονότητα και προσπαθείς να δημιουργήσεις μια τεχνητή ενότητα γύρω από το κράτος.

Με αυτήν την έννοια πιστεύω, ο πόλεμος ενάντια στην Τσετσενία δεν είναι απλά μία πολιτική αλλά ένα πολύ σημαντικό στοιχείο της λειτουργίας του κράτους στη Ρωσία.

Αν η Ρωσία χάσει το πόλεμο στην Τσετσενία, αυτό θα αποτελέσει ένα αποφασιστικό πλήγμα σε αυτό το είδος πολιτικού και οικονομικού συστήματος. Και γι’ αυτό νομίζω ότι είναι καλά νέα πως η Ρωσία μέχρι στιγμής χάνει τον πόλεμο.

Ο στρατός χάνει τον πόλεμο και ως σοσιαλιστής και ως διεθνιστής βρίσκω ότι είναι καλό πως ηττόμαστε, ο ρώσικος στρατός χάνει καθημερινά περισσότερους στρατιώτες από ότι στην περίπτωση του Αφγανιστάν, οι αντάρτες είναι πολύ πιο αποτελεσματικοί και πιο πολυάριθμοι από ότι πριν 8 μήνες. Ακόμη και η κυβέρνηση πρέπει να παραδεχθεί ότι ο αριθμός των ανταρτών αυξάνεται. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία για τον αριθμό των θυμάτων στην πλευρά των ανταρτών, τα οποία είναι πάντα απόλυτα υπερβολικά, αυτός ο αριθμός μειώνεται, ενώ όταν διαβάζουμε τους αριθμούς των θυμάτων της ρώσικής πλευράς, οι οποίοι φυσικά είναι πάντα πολύ χαμηλότεροι από τους πραγματικούς ανακαλύπτουμε ότι είναι σταθεροί ή αυξάνονται.

Έτσι σταμάτησαν να μιλάνε για τα θύματα,επειδή αυτά άρχισαν να γίνονται ένα πολύ εκρηκτικό θέμα στη ρώσικη κοινωνία. Υπάρχουν και άλλοι λόγοι για τους οποίους είναι πιθανό ότι ο στρατός θα χάσει τον πόλεμο και αναμένεται ότι οι αντάρτες θα ξεκινήσουν μια μεγάλη επίθεση πριν το χειμώνα.

Το αποτέλεσμα της «μισής καταστολής» του καθεστώτος είναι για παράδειγμα ότι τμήματα των διανοουμένων και της μεσαίας τάξης που ήταν υπέρ του καθεστώτος και υπέρ του νεοφιλελευθερισμού και ήταν δεξιά, άρχισαν να μετακινούνται προς τα αριστερά, στην κατεύθυνση σοσιαλδημοκρατικών απόψεων. Αυτό δεν σημαίνει ότι έχουν γίνει αριστεροί αλλά λιγότερο αρνητικοί απέναντι στην αριστερή επιχειρηματολογία.

Άνοδος της Αριστεράς

Με αυτήν την έννοια η ψυχολογική, ηθική και πολιτιστική ατμόσφαιρα για τους αριστερούς στη Μόσχα και κάποια άλλα μέρη της Ρωσίας έχει γίνει πολύ πιο ευνοϊκή. Όταν πριν 8 ή 10 χρόνια ήσουν αριστερός, αυτό σήμαινε ότι ήσουν εντελώς περιθωριακός. Σήμερα αντίθετα οι αριστερές ιδέες έχουν γίνει της μόδας, ειδικά στις νέες γενιές. Αυτό με φοβίζει λιγάκι επειδή δεν ξέρουμε ακριβώς αν οι νέοι παίρνουν αυτές τις ιδέες σοβαρά ή αν θα τις εγκαταλείψουν όταν η συγκυρία αλλάζει.

Γι’ αυτό το βασικό θέμα είναι: τι θα γίνει με την Αριστερά; Η Αριστερά αυξάνεται τώρα, κάποιες ομάδες ενσωματώθηκαν αλλά αυτές που επιβίωσαν αυξάνονται. Στρατολογούν κυρίως νέο κόσμο αλλά επίσης εργάτες της βιομηχανίας. Στα συνδικάτα μεγαλώνει η αντίθεση ανάμεσα στα επίσημα συνδικάτα, που υποστηρίζουν το καθεστώς, ότι και να κάνει, και τα νέα ριζοσπαστικά εναλλακτικά συνδικάτα που μεγαλώνουν, ακριβώς επειδή απορρίπτουν εντελώς τις πρακτικές των παλιών συνδικάτων.

Η οπορτουνιστική συμπεριφορά των παλιών συνδικάτων είναι σε ένα βαθμό καλά νέα, αφού σημαίνει ότι χάνουν όλη την αξιοπιστία τους έτσι ώστε τα νέα συνδικάτα κερδίζουν περισσότερο κόσμο. Τα σχήματα των νέων μαχητικών συνδικάτων μεγαλώνουν όχι μόνο από άποψη μεγέθους αλλά και αυτό είναι ακόμα πιο σημαντικό κερδίζουν όλο και περισσότερη πολιτική επιρροή.

Για παράδειγμα το συνδικάτο «Υπεράσπιση των Εργατών (ΥΤΕ)», που είναι το πιο μαχητικό αριστερό συνδικάτο, δεν έχει τόσο τρομερή άνοδο στον αριθμό των μελών του αλλά η πολιτική επιρροή ενισχύθηκε αποφασιστικά, κατάφερε να συσπειρώσει γύρω του μια συμμαχία σχεδόν όλων των εναλλακτικών συνδικάτων, περίπου 95% αυτών των συνδικάτων συμφώνησαν να συγκροτήσουν ένα συνασπισμό στη βάση των προτάσεων του συνδικάτου ΥΤΕ. Αυτό είναι αρκετά εντυπωσιακό επειδή αυτό το συνδικάτο είναι πολύ μικρότερο από πολλά άλλα συνδικάτα που αποφάσισαν να συμμετέχουν στον συνασπισμό.

Το συνδικάτο αυτό είναι ριζωμένο κυρίως στην περιοχή Αστραχάν σε διάφορους βιομηχανικούς κλάδους αλλά συνεργάζεται και με άλλα μεγαλύτερα συνδικάτα όπως αυτό των λιμενεργατών και των αεροσυνοδών της «Αεροφλότ» που έκαναν ήδη μερικές απεργίες και θα κάνουν και άλλες αφού πληρώνονται μίζερα. Η Αεροφλότ είναι τώρα ιδιωτικοποιημένη και αποτελεί ιδιοκτησία του γαμπρού του Γιέλτσιν. Η διοίκηση της απέκλεισε γι’ αυτό κιόλας τους αεροσυνοδούς. Τα μεταφορικά συνδικάτα είναι γενικά αρκετά μαχητικά.

Το μεγάλο ερώτημα είναι σε ποιο σημείο θα φτάσει η μαχητικότητα αυτών των συνδικάτων. Δεν ξέρουμε ακόμα αν θα είναι σε θέση να οργανώσουν κάτι σαν εθνική απεργία ή κάτι που θα μπορέσει να αλλάξει την πολιτική κατάσταση της χώρας.

Μια άλλη σημαντική εξέλιξη είναι ότι πολλές αριστερές ομάδες , στην πλειοψηφία τους από τις τροτσκιστικές ομάδες, προσπαθούν να συγκροτήσουν συμμαχίες. Μέχρι στιγμής το «Κίνημα για το Εργατικό Κόμμα» είναι το πιο πετυχημένο από αυτά τα σχήματα. Είναι ένα κίνημα γύρω από τον Ολέγκ Σέϊν (Shein) ο οποίος είναι και οργανωτής του συνδικάτου ΥΤΕ και βουλευτής της Δούμα. Έτσι το κίνημα αυτό είναι στενά συνδεδεμένο με το συνδικάτο.

Τσετσένικο κίνημα της διασποράς

Ένα άλλο ενδιαφέρον κίνημα είναι αυτό «Για τα πολιτικά (civil) δικαιώματα» Δημιουργήθηκε ουσιαστικά από τους Τσετσένους που ζουν στη διασπορά και δεν υποστηρίζουν τον εθνικισμό ή φονταμενταλισμό ως λύση του ζητήματος. Τουλάχιστον το μισό του τσετσένικου πληθυσμού ζει έξω από την Τσετσενία, περίπου 500.000 άνθρωποι. Το ζήτημα της Τσετσενίας δεν μπορεί να λυθεί στην ίδια την Τσετσενία αλλά μόνο στη Ρωσία, δηλαδή όταν η ρώσικη κοινωνία αλλάξει και γίνει πιο δίκαιη, δημοκρατική και σύγχρονη.

Η εθνική απελευθέρωση δεν μπορεί να χωρισθεί από την κοινωνική αλλαγή. Αυτό είναι ενθαρρυντικό για μας επειδή ο προσανατολισμός των εθνικοαπευλευθερωτικών αγώνων παίζει μεγάλο ρόλο. Στο παρελθόν οι περισσότεροι από αυτούς τους αγώνες εμπνεύστηκαν από αριστερές ιδέες αλλά στη δεκαετία του Ε90 το κλίμα άλλαξε. Τα περισσότερα κινήματα ήταν από πολλές απόψεις αντιδραστικά, δεν ήταν καν εθνικοαπευλευθερωτικά κινήματα, ήταν εθνικά αλλά δεν προσπάθησαν πραγματικά να απελευθερώσουν τους ανθρώπους.

Στην Τσετσενία, λοιπόν, μετά από την αποτυχία να πάρουν την ανεξαρτησία και τώρα την επίθεση γενοκτονίας του ρώσικου στρατού πρόκειται για μία ενδιαφέρουσα εξέλιξη. Οι άνθρωποι απογοητεύτηκαν από την ιδέα ότι η εθνική ανεξαρτησία αποτελεί τη λύση όλων των βασικών προβλημάτων και ταυτόχρονα είναι απόλυτα αποφασισμένοι να αγωνισθούν ενάντια στο υφιστάμενο καταπιεστικό, αυταρχικό κράτος.

Φαίνεται ότι στη Δύση δεν είναι πολύ γνωστό πόσο φρικαλέα είναι η καταπίεση των Τσετσένων τόσο στην ίδια την Τσετσενία όσο και στην Ρωσία. Οι Τσετσενοι απαγορεύεται να κινούνται ελεύθερα στη χώρα και να εγκατασταθούν όπου θέλουν ούτε επιτρέπεται να ταξιδεύουν στο εξωτερικό. Η αστυνομία τους σταματάει και τους ενοχλεί καθημερινά, απλά για να τους ταπεινώσει.

Η αστυνομία και ο στρατός παίρνουν τσετσένους εμπόρους ως ομήρους και αναγκάζουν τις οικογένειες να πληρώνουν λύτρα κι αυτό όχι μόνο στην Τσετσενία αλλά και στη Ρωσία, ακόμα και στη Μόσχα. Όλα αυτά γίνονται υποτίθεται σαν «αντιτρομοκρατικά μέτρα». Ανακοινώνουν ότι ένα ορισμένο άτομο είναι ύποπτο, το φυλακίζουν και παίρνουν τα λύτρα λέγοντας τότε ότι η ποινική δίωξη τελείωσε. Τέτοια είναι καθημερινή πρακτική.

Αυτή η απαράδεκτη κατάσταση είχε σαν αποτέλεσμα ότι η τσετσένικη κοινωνία της διασποράς στη Ρωσία συμπεριλαμβανομένων των επιχειρηματιών και εμπόρων μετακινήθηκαν βαθμιαία προς πιο προοδευτικές απόψεις στρεφόμενη ενάντια στο κράτος που τους καταπιέζει. Αυτοί οι Τσετσένοι άρχισαν και να αναζητούν συμμάχους που τους βρήκαν στην Αριστερά, στα νέα συνδικάτα, στις αριστερές ομάδες κάτι. Ο Αχμάτ Σαμπάζαφ είναι ο ιδεολόγος αυτού του νέου κινήματος.

Το σημαντικό είναι τώρα ότι το «Κίνημα για το Εργατικό Κόμμα» και το «Κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα» προσπαθούν να συνεργασθούν. Νομίζω ότι αυτό είναι ένα ενθαρρυντικό βήμα μπροστά για τη Ρώσικη Αριστερά. Συνολικά φαίνεται ότι βρισκόμαστε στην αρχή μιας νέας περιόδου.

(Το δεύτερο μέρος της συνέντευξης με τον Μπόρις Καγκαρλίτσκι θα δημοσιευθεί στο επόμενο τεύχος του Σπάρτακου)


Το καθεστώς του Πούτιν και η αναζωογόνηση της ρώσικης Αριστεράς

Συνέντευξη με τον Μπόρις Καγκαρλίτσκι (β’μέρος)

Στο προηγούμενο τεύχος του Σπάρτακου είχαμε δημοσιεύσει το α’ μέρος μιας συνέντευξης με το γνωστό ρώσο μαρξιστή Μπαρίς Καγκαρλίτσκι. Μετά από μια ενδιαφέρουσα ανάλυση του καθεστώτος Πούτιν και της πραγματικότητας και του ρόλου του τσετσένικου πολέμου η συζήτηση με τον Καγκαρλίτσκι κατέληξε στις μοριακές διεργασίες που διαπερνούν τον πληθυσμό καθώς και στις δυνατότητες της αριστεράς.

Η «αντιπολίτευση» του ΚΚ

Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα του Ζιουγκάνοφ που είναι το μεγαλύτερο κόμμα της χώρας διανύει μία κρίση. Ο Ζιουγκάνοφ δεν είναι μόνο εθνικιστής αλλά πολύ δεξιός εθνικιστής. Δεν έχει τίποτα να κάνει με οποιαδήποτε μορφή προοδευτικού εθνικισμού. Δεν μιλάει στο όνομα των καταπιεσμένων αλλά υποστηρίζει τους καταπιεστές. Δεν είναι μόνο υπέρ του πολέμου στην Τσετσενία αλλά και υπέρ της οικοδόμησης του «ισχυρού κράτους».

Είναι και ανοιχτός ρατσιστής. Το ΚΚ δηλώνει ότι το βασικό δεν είναι ο καπιταλισμός αλλά το γεγονός ότι υπάρχουν υπερβολικά πολλοί εβραίοι, αρμένιοι και άλλοι μη ρώσοι καπιταλιστές. Έτσι αν καθαρίσουμε την αστική τάξη από τα εβραϊκά κλπ στοιχεία, ο ρώσικος καπιταλισμός θα λειτουργήσει καλύτερα. Πρόκειται για μία σχεδόν φασιστική αντίληψη. Το ΚΚ έχει περίπου 250.000 μέλη και πολλά από αυτά είναι πολύ απογοητευμένα από αυτό το είδος πολιτικής.

Ο Ζιουγκάνοφ δήλωσε πριν μερικές εβδομάδες ότι η μπολσεβίκικη επανάσταση ήταν μία από τις μεγαλύτερες καταστροφές της Ρώσικης ιστορίας. Αποσαφήνισε επίσης ότι κατά τη γνώμη του ήταν μία εβραϊκή συνωμοσία. Επαινούσε τον Στάλιν επειδή περιόρισε την εξουσία των Μπολσεβίκων και των εβραίων που κατέστρεφαν τη Ρωσία, ο Στάλιν επομένως καλά έκανε που τους καθάρισε.

Αλλά ακόμα και οι ορθόδοξοι σταλινικοί και μέλη του ΚΚ δυσκολεύονται να καταπιούν αυτές τις απόψεις. Κάποιοι είπαν ότι ο Ζιουγκάνοφ αποδέχθηκε την τροτσκιστική ερμηνεία της ιστορίας της ΕΣΣΔ, απλά άλλαξε το «συν» και το «πλην» στην αξιολόγηση των γεγονότων. Όσα ο Τρότσκι βρήκε αρνητικά, ο Ζουγκάνοφ βρίσκει θετικά και αντίστροφα.

Τώρα βλέπουμε ότι αναπτύσσεται μία διαφωνία μέσα στο ΚΚ. Ιδιαίτερα η τοπική οργάνωση της Μόσχας επιμένει σε πιο κλασικές, επίσημες σταλινο-κομμουνιστικές απόψεις. Αυτοί οι «σταλινικοί διαφωνούντες» προφανώς υπερασπίζονται κάποιες θέσεις που συγκριτικά με τις φασιστικές απόψεις της κομματικής ηγεσίας είναι σχετικά συμπαθητικές. Αυτή η διαφωνία μου φαίνεται ενδιαφέρουσα επειδή στο μέλλον μπορεί να εξελιχθεί σε βαθύτερη ρήξη.

Ήδη παρατηρούμε ότι η ημισταλινική αντιπολίτευση του ΚΚ στη Μόσχα προσεγγίζει τις πιο αριστερές ομάδες για να συμμαχήσει με αυτές ενάντια στην κομματική ηγεσία. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει ένα ευρύτερο δυναμικό για τη διεθνιστική Αριστερά για να γίνει μία μαζική δύναμη στη χώρα.

Επιπλέον τα εθνικά ζητήματα εμπλέκονται σε αυτήν τη μετατόπιση του συσχετισμού δυνάμεων, οι μειονότητες αρχίζουν να κατανοούν ότι έχουν ένα μεγαλύτερο σύμμαχο, δηλαδή το εργατικό κίνημα και την Ακροαριστερά. Αλλά και αντίστροφα, όλες οι μειονότητες του Καυκάσου καταπιέζονται με τον ίδιο τρόπο όπως οι Τσετσένοι, η διαφορά είναι μόνο ότι οι Τσετσένοι ασχολούνται περισσότερο με το εμπόριο και είναι γενικά πλουσιότεροι από τις άλλες μειονότητες και γι’ αυτό πέφτουν συχνότερα θύματα εκβιασμών για λύτρα.

Υπάρχουν και οι Ουκρανοί της Ρωσίας που είναι στην πλειοψηφία τους παράνομοι μετανάστες. Αυτό είναι φυσικά ένα πρόβλημα επειδή δύσκολα οργανώνονται στον αγώνα. Με τις εθνικότητες του Καυκάσου τα πράγματα είναι πιο εύκολα αφού είναι τουλάχιστον ρώσοι πολίτες.

Νομίζω όμως ότι ο αντισημιτισμός στη Ρωσία δεν αποτελεί τόσο σοβαρό πρόβλημα. Αφενός έχουμε τις αντισημιτικές τοποθετήσεις σημαντικών πολιτικών, αφετέρου η ζωή της εβραϊκής κοινότητας, που είναι αρκετά πλούσια, δεν κινδυνεύει πραγματικά. Είναι και αλήθεια ότι πολλοί Εβραίοι ανήκουν στη νέα ελίτ και στις νέες μεσαίες τάξεις και πολλοί από αυτούς συμπεριφέρονται επίσης με ρατσιστικό τρόπο απέναντι στις άλλες καταπιεσμένες μειονότητες.

Ο αντισημητισμός υπηρετεί περισσότερο ως όργανο του χωρισμού και του ιδεολογικού αποπροσανατολισμού του πληθυσμού για να μην καταλάβουν οι εργάτες που είναι η πραγματική ρίζα των προβλημάτων τους.

Σοσιαλδημοκρατική διάθεση

  • Ε: Πως εκτιμάς τα κύρια ιδεολογικά ρεύματα στον πληθυσμό;

Α: Νομίζω ότι υπάρχει μία πολύ πλατιά συναίνεση σε σοσιαλδημοκρατικές απόψεις που ακόμα τείνουν προς τα αριστερά. Ταυτόχρονα όμως αυτή η κυρίαρχη διάθεση δε βρίσκει πολιτική έκφραση στο επίπεδο των κομμάτων ή συνδέσμων. Αυτό νομίζω, δεν είναι τυχαίο και είναι λογικό. Π.χ. το 80% του πληθυσμού τάσσεται σύμφωνα με τα γκάλοπ, υπέρ της εθνικοποίησης της βιομηχανίας του πετρελαίου, το 65% θεωρεί ότι ένα μεγάλο μέρος των επιχειρήσεων πρέπει να γυρίσουν στο δημόσιο τομέα αλλά ταυτόχρονα είναι της γνώμης ότι η ιδιωτικοποίηση ενός τομέα της βιομηχανίας ήταν σωστή.

Έτσι φαίνεται να είναι υπέρ μίας μεικτής οικονομίας. Θέλουν κοινωνικά προγράμματα με δωρεάν δημόσια παιδεία και σύστημα υγείας, κοινωνική ασφάλιση κλπ αλλά επίσης διάφορες ιδιωτικές επιχειρήσεις, εστιατόρια κλπ όπου κυριαρχεί η ιδιωτική πρωτοβουλία. Αυτή είναι περίπου η άποψη του κόσμου.

Το πρόβλημα είναι όμως ότι όσοι είναι πολιτικά και οικονομικά ισχυροί, είναι και έξω από αυτήν την πλατιά κοινωνική συναίνεση. Όσοι συμφωνούν με τις αξίες μιας σοσιαλδημοκρατικής αντίληψης δεν έχουν εξουσία, ιδιοκτησία ή οποιαδήποτε μορφή κοινωνικής επιρροής. Όσοι έχουν την πραγματική εξουσία, δε συμμερίζονται την πλατιά συναίνεση.

Αυτό σημαίνει όμως ότι για να πραγματοποιήσεις τους στόχους της συναίνεσης πρέπει να ανατρέψεις την εξουσία του κράτους και των ελίτ. Επομένως πρέπει να τείνεις περισσότερο σε επαναστατικές απόψεις από ότι σε ρεφορμιστικές. Αν όμως θέλεις να γίνεις επαναστάτης με μία σοσιαλδημοκρατική ιδεολογία, θα αποτύχεις. Η επανάσταση χρειάζεται κάτι πιο ριζοσπαστικό από τη σοσιαλδημοκρατική νοοτροπία. Η σοσιαλδημοκρατική συναίνεση δεν είναι πραγματοποιήσιμη ως πολιτικό σχέδιο.

Αν και αυτό που μπορεί να είναι εφικτό κάποια μέρα για την Αριστερά στην εξουσία, στην πρώτη φάση θα μπορούσε να είναι μία μεικτή οικονομία, αυτό που χρειάζεται τώρα, πρέπει να είναι ένα πολύ πιο ριζοσπαστικό πρόγραμμα, καμία σοσιαλδημοκρατική προοπτική δεν φαίνεται να είναι ρεαλιστική, ενώ η άκρα Αριστερά δε φαίνεται να είναι ιδιαίτερα ελκυστική για τον κόσμο επειδή αυτός τη φοβάται.

  • Τα καθήκοντα της Ακροαριστεράς

Γι’ αυτά συζητάμε τώρα την ιδέα ενός πλατιού αριστερού κόμματος σαν το βραζιλιάνικο ΡΤ το οποίο να μπορούσε να ενώσει κάποιους ρεφορμιστές και επαναστατικά στοιχεία. Αυτό θα ήταν ένας συνδυασμός ρεφορμιστικών και επαναστατικών τάσεων, ο οποίος θα μπορούσε ίσως να γεφυρώσει τα προαναφερόμενο χάσμα ανάμεσα στη δεδομένη σοσιαλδημοκρατική νοοτροπία και την αναγκαιότητα ενός ριζοσπαστικού προγράμματος. Και στην περίπτωση μιας απότομης και δραματικής αλλαγής, τότε ίσως ο κόσμος μπορεί να ανακαλύψει ότι μπορεί να ξεπεράσει τα όρια της σοσιαλδημοκρατικής ιδεολογίας.

Η σοσιαλδημοκρατία ως πολιτικό σχέδιο είναι εντελώς αδύνατη στη Ρωσία και οι προοπτικές της Ακροαριστεράς είναι πολύ πιο ρεαλιστικές. Από την άλλη όμως, και η ίδια η Ακροαριστερά πρέπει να ξεπεράσει τον εαυτό της, τα όρια της. Πρέπει να κάνει ένα αποφασιστικό άνοιγμα για να γίνει μία πειστική εναλλακτική λύση στα μάτια των σοσιαλδημοκρατικών μαζών αν μπορούμε να το πούμε έτσι. Έτσι πρέπει να είμαστε ριζοσπάστες και μαρξιστές, πρέπει να προσεγγίσουμε τον κόσμο με έναν τρόπο που να μην το εκφοβίζει, πρέπει να περάσουμε μια πολιτική εκπαίδευση μέσα στον πολιτικό αγώνα, να ξεκινήσουμε με κάποιες καμπάνιες γύρω από συγκεκριμένα ζητήματα.

Αλλά και τους περιορισμένους στόχους δεν μπορείς να τους πετυχαίνεις αν δεν πετυχαίνουμε κάτι παραπάνω πχ κάναμε μία καμπάνια ενάντια στην αύξηση της τιμής του τηλεφώνου. Μέχρι στιγμής το τηλέφωνο ήταν φτηνό, το μεγαλύτερο τηλεφωνικό μονοπώλιο SIESINVEST ιδιωτικοποιήθηκε και εν μέρει είναι ιδιοκτησία του George Soros. Η εταιρία θέλει να αυξήσει τις τιμές και να καθιερώσει ένα νέο σύστημα πληρωμής στηριζόμενο στη διάρκεια του τηλεφωνήματος. Αυτό θα ήταν μία καταστροφή για πολλές φτωχές οικογένειες και θα είχε σοβαρές συνέπειες για τη χρήση του Διαδικτύου.

Έτσι το «Κίνημα για το Εργατικό Κίνημα» μαζί με τα συνδικάτα, άλλες ομάδες και μερικά αριστερά στοιχεία του φιλελεύθερου στρατοπέδου ξεκινήσαμε μια καμπάνια και προς το παρόν καταφέραμε να εμποδίσουμε τις αλλαγές.

Η καμπάνια είναι εντελώς αμυντική αλλά ήμασταν και σε θέση να εξηγήσουμε ότι το πρόβλημα είναι γενικότερο, συνίσταται στο σύστημα ιδιοκτησίας τέτοιων εταιριών και στο ίδιο το κοινωνικό σύστημα. Το 80% του πληθυσμού υποστήριξε αυτήν την καμπάνια. Έτσι νομίζω ότι διανύουμε μία αρκετά περίπλοκη περίοδο όπου γίνονται προσπάθειες να ενώσουμε τις σοσιαλδημοκρατικές αναμονές του κόσμου με τις προθέσεις της ριζοσπαστικής σοσιαλιστικής πολιτικής.

  • Ε: Σ’ ευχαριστούμε για τη συζήτηση.

Τη συνέντευξη πήρε ο Α.Κ.


Σπάρτακος 61, Οκτώβρης 2001 & Σπάρτακος 62, Νοέμβρης 2001

Αρχείο Σπάρτακου


https://tpt4.org/?p=2601

There are 2 comments

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s