Κατάρρευση της ΕΣΣΔ και μετάβαση στον καπιταλισμό

Σπάρτακος 61, Οκτώβρης 2001


του Ανδρέα Κλόκε

Η κατάρρευση της ΕΣΣΔ και η μετάβαση της Ρωσίας στον καπιταλισμό

Το άδοξο τέλος της ΕΣΣΔ το 1991 και η κατάρρευση όλων των ανατολικοευρωπαϊκών λεγόμενων “κομμουνιστικών” καθεστώτων δεν άνοιξαν μόνο μια εντελώς νέα περίοδο, στην οποία οι καταστροφικοί “νόμοι της αγοράς” οργιάζουν σε παγκόσμια κλίμακα, όπως ποτέ δεν συνέβη μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, αλλά έριξαν και όλες τις “προοδευτικές”, “δημοκρατικές”, σταλινικές, μισο- και μετασταλινικές όπως ακόμα και τις σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις της Δύσης σε μια βαθύτατη κρίση ταυτότητας. Η σοσιαλδημοκρατία άρχισε στη δεκαετία του ’90 να εξαφανίζεται ως ανεξάρτητο πολιτικό ρεύμα από το πολιτικό σκηνικό βάζοντας τα δυνατά της να μετατραπεί σε από κάθε άποψη “γνήσιο” όργανο της αστικής τάξης, όπως είναι παραδοσιακά το Δημοκρατικό Κόμμα των ΗΠΑ.

Έχει προφανώς μεγάλη σημασία η διεθνιστική και επαναστατική Αριστερά, που βλέπουμε πρόσφατα να συνέρχεται κάπως, να προσφέρει στη νέα γενιά επαναστατών μια πειστική ερμηνεία της ιστορίας των σοσιαλιστικών ανατροπών του 20ού αιώνα και του εκφυλισμού των περισσότερων σχετικών πειραμάτων , δηλαδή κυρίως της ΕΣΣΔ, της Ανατολικής Ευρώπης και της Κίνας.

Θεωρούμε ότι τα περισσότερα ρεύματα της Αριστεράς και Άκρας Αριστεράς, διεθνώς και στην Ελλάδα, δε συνέβαλαν πολύ σε αυτόν τον αναγκαίο απολογισμό.

Άλλοι μίλησαν για “ιμπεριαλιστικές συνωμοσίες” και “προδοσίες” που ξαφνικά έκαναν την εμφάνισή τους στο κέντρο εξουσίας της ΕΣΣΔ (Γκορμπατσόφ), η οποία κατά τ’ άλλα αποτελούσε “άψογο” πρότυπο “σοσιαλιστικής” ή ακόμα και “κομμουνιστικής” οικοδόμησης, όπως το ΚΚΕ μας ανέλυσε τις εξελίξεις, στην άλλη άκρη της Αριστεράς άλλοι υποστηρίζουν ότι οι αλλαγές μετά το 1989 ήταν μόνο βαθμιαίες, δηλαδή από “κρατικοκαπιταλιστικές” σε απλά καπιταλιστικές συνθήκες. Σύμφωνα με αυτήν την άποψη επρόκειτο σε όλη την Ανατολική Ευρώπη ουσιαστικά για “δημοκρατικές επαναστάσεις” που δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν στο προσεχές μέλλον σε αληθινές σοσιαλιστικές επαναστάσεις.

Κι οι δύο εξηγήσεις με το μεγάλο φάσμα άλλων παραλλαγών τους αντιφάσκουν σαφώς με τις πραγματικές ιστορικές εξελίξεις και τη σημερινή κατάσταση. Μια βαθύτερη κατανόηση φαίνεται να είναι δυνατή μόνο στη βάση της μαρξιστικής ανάλυσης του εκφυλισμού της ΕΣΣΔ, την οποία οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές της Οκτωβριανής Επανάστασης (και στη μεγάλη πλειοψηφία τους μεταγενέστερα θύματα της δολοφονικής σταλινικής αντεπανάστασης) και ιδιαίτερα ο Τρότσκι έκαναν μετά το 1922.

Η διορατικότητα και επικαιρότητα φαίνονται, νομίζουμε, καθαρά π.χ. από τα ακόλουθα αποσπάσματα:

Το πέσιμο του σοβιετικού καθεστώτος θάφερνε αναπότρεπτα το πέσιμο και της σχεδιασμένης οικονομίας και επομένως την κατάργηση της κρατικοποιημένης ιδιοκτησίας. Ο υποχρεωτικός δεσμός των τραστ ανάμεσά τους και των εργοστασίων του ίδιου του τραστ του ενός με το άλλο θάσπαζε. Οι επιχειρήσεις που θα εργάζονταν με ευνοϊκότερους όρους θα γίνονταν ανεξάρτητες. Θα μπορούσαν να γίνουν ανώνυμες εταιρίες ή να υιοθετήσουν όποια άλλη μεταβατική μορφή ιδιοκτησίας, όπως είναι λόγου χάρη η συμμετοχή των εργατών στα κέρδη. Ταυτόχρονα και πολύ πιο εύκολα θα γινόταν η αποσύνθεση των κολχόζ. Έτσι, το πέσιμο της σημερινής γραφειοκρατικής δικτατορίας, χωρίς την αντικατάστασή της από μια νέα σοσιαλιστική εξουσία, θα προμηνούσε το γυρισμό στο καπιταλιστικό σύστημα, μαζί με μια καταστροφική κατάπτωση της οικονομίας και του πολιτισμού.”

(Λ. Τρότσκι: Η προδομένη επανάσταση, 1936, μετάφραση του Π. Πουλιόπουλου, Εκδόσεις Σοσιαλιστική Έρευνα, Αθήνα 1997, σ. 219)

Τα επαναστατικά στοιχεία μέσα στη γραφειοκρατία, που αποτελούν μια μικρή μειοψηφία, αντικαθρεφτίζουν, παθητικά είναι αλήθεια, τα σοσιαλιστικά συμφέροντα του προλεταριάτου. Τα φασιστικά αντεπαναστατικά στοιχεία, που πληθαίνουν αδιάκοπα, εκφράζουν με ολοένα και μεγαλύτερη συνέπεια τα συμφέροντα του παγκοσμίου ιμπεριαλισμού. Οι υποψήφιοι αυτοί για το ρόλο των `κομπραντόρες’ νομίζουν, όχι άδικα, πως το καινούργιο διευθυντικό στρώμα μπορεί να εξασφαλίσει την προνομιακή του θέση μονάχα απορρίπτοντας την εθνικοποίηση, την κολεκτιβοποίηση και το μονοπώλιο του εξωτερικού εμπορίου, στο όνομα της αφομοίωσης του `δυτικού πολιτισμού’, δηλαδή του καπιταλισμού. Ανάμεσα σε αυτούς τους δύο πόλους υπάρχουν ενδιάμεσες διασκορπισμένες μενσεβίκικες, σοσιαλεπαναστατικές και φιλελεύθερες τάσεις που τείνουν προς την αστική δημοκρατία.”

(Τρότσκι: Το Μεταβατικό Πρόγραμμα, 1938, στο κεφάλαιο: Η ΕΣΣΔ και τα προβλήματα της μεταβατικής περιόδου)

Ολ’ αυτά θα μπορούσαν να είχαν γραφτεί στα 1985-95. Ο Τρότσκι περίμενε την πτώση της σταλινικής γραφειοκρατίας στο τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ως αποτέλεσμα ή της πετυχημένης “πολιτικής” επανάστασης ή της νίκης της αστικής αντεπανάστασης. Η εκπληκτική επικαιρότητα των αναλύσεων του Τρότσκι μετά από 50 χρόνια δείχνει ότι, παρά τη μεγάλη περίοδο της σχετικής σταθερότητάς τους, η φύση των γραφειοκρατικά κυριαρχημένων μεταβατικών κοινωνιών και η λειτουργία της ίδιας της γραφειοκρατίας ποιοτικά δεν είχαν αλλάξει.

Η περίοδος 1985-95 με αποκορύφωμα τα συγκλονιστικά γεγονότα στα 1989-91 οδήγησε στην κατάρρευση της ΕΣΣΔ και όλων των σταλινικών καθεστώτων της Ανατολικής Ευρώπης. Αν και σε ορισμένες περίπτώσεις ήταν οι εξεγέρσεις των λαϊκών μαζών (Ανατολική Γερμανία, Ρουμανία, Τσεχοσλοβακία κλπ, το 2000 Σερβία), που ανέτρεψαν τα σταλινικά καθεστώτα, κι έτσι είναι δικαιολογημένο να μιλάει κανείς για στοιχεία αντιγραφειοκρατικών επαναστάσεων, το τελικό αποτέλεσμα ήταν παντού η εγκαθίδρυση αστικών κρατών και η καθιέρωση διαδικασιών της καπιταλιστικής παλινόρθωσης. Η διαδικασία αυτής της παλινόρθωσης στις περισσότερες περιπτώσεις δεν μπορεί να θεωρηθεί ολοκληρωμένη, είναι όμως τόσο προχωρημένη που σε καμιά περίπτωση ο μεταβατικός χαρακτήρας των κοινωνιών της πρώην ΕΣΣΔ και των ανατολικοευρωπαϊκών χωρών ως “εκφυλισμένων εργατικών κρατών” δεν μπόρεσε να διατηρηθεί.

Με την αρχή του “Ψυχρού Πολέμου” (1947) ο ανταγωνισμός της ΕΣΣΔ με τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και κυρίως τις ΗΠΑ σε όλους τους τομείς, δηλαδή στην οικονομία, την ανάπτυξη της τεχνολογίας και των επιστημών και στους εξοπλισμούς, καθόρισε τις εξελίξεις και έπρεπε να κρίνει τελικά την τύχη της ΕΣΣΔ και του λεγόμενου “σοσιαλιστικού στρατοπέδου”. Η διατήρηση του status quo, που ήταν ανώτατος στόχος της εξωτερικής πολιτικής της γραφειοκρατίας από το 1925 μέχρι το σύμφωνο Χίτλερ-Στάλιν και μετά πάλι από το 1945, κωδικοποιημένο από το 1956 από τον Κρούστσεφ ως “ειρηνική συνύπαρξη” και “ειρηνική μετάβαση στο σοσιαλισμό”, αποδείχθηκε τελικά ως αυταπάτη.

Κρίση μετά το 1970

Μέχρι τα 1965-70 η γενική τάση ήταν ότι η ΕΣΣΔ μείωνε αργά αλλά σταδιακά τη διαφορά, που τη χώριζε από τις πιο ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, αν και καθυστερούσε σαφέστατα στους κρίσιμους τομείς του βιοτικού επιπέδου, της παραγωγικότητας της εργασίας και της τεχνολογίας. Τότε τράφηκαν ακόμα και ελπίδες ότι η ΕΣΣΔ μια μέρα θα μπορούσε να προσπεράσει τις ΗΠΑ.

Στη δεκαετία του’70 άρχισε να διαφαίνεται όμως ότι η σοβιετική οικονομία αντιμετώπιζε το πρόβλημα συνεχούς και μακροπρόθεσμης επιβράδυνσης σχετικά με την αύξηση των αποδόσεών της. Η μέση αύξηση του Εθνικού Εισοδήματος (σε %) παρουσίασε τάσεις κάμψης, από 11,20 % στα 1951-5 έως 3,50 στα 1981-5.

Άλλες και μάλλον πιο ρεαλιστικές μελέτες εκτιμούν ότι τα ποσοστά αύξησης στην περίοδο 1975-79 ήταν πολύ μικρότερα και στην περίοδο 1980-84 ουσιαστικά 0 (μηδέν). Στην αρχή της δεκαετίας του ’80 ήταν σαφές ότι το οικονομικό και επομένως και το κοινωνικό σύστημα της ΕΣΣΔ είχε εισέλθει σε αδιέξοδο.

Αυτή η κρίση που αποδείχθηκε ως οριστική παρακμή του συστήματος της γραφειοκρατικής κυριαρχίας, μπορεί να εξηγηθεί με την ανικανότητα της σοβιετικής οικονομίας να πετύχει τη μετάβαση από την ποσοτική στην ποιοτική ανάπτυξη ή, με άλλα λόγια, από τη διευρημένη στην εντατικοποιημένη εκβιομηχάνιση. Η σοβιετική οικονομία δεν είχε καταφέρει να περάσει στο νέο αναγκαίο στάδιο μιας πιο εντατικής χρησιμοποίησης των πρώτων υλών, της γης και της ανθρώπινης εργασίας.

Ο σοβιετικός οικονομολόγος A. Anchishkin περιέγραψε αυτό το αδιέξοδο το 1986 ως εξής: “Οι σχέσεις παραγωγής, που υπάρχουν αυτήν τη στιγμή, το σύστημα διοίκησης και διαχείρησης έκαναν χονδρικά την εμφάνισή τους σε συνθήκες εκτατικής οικονομικής ανάπτυξης. Σιγά-σιγά έγιναν σαθρές, έχασαν τη δύναμη να δραστηριοποιούν την ανάπτυξη και μεταμορφώθηκαν σε εμπόδια.”

Το εμπόδιο των γραφειοκρατικών συμφερόντων

Το γεγονός ότι η βαθιά δομική κρίση της ΕΣΣΔ οδήγησε τελικά το 1991 στην πλήρη κατάρρευσή της και ολόκληρου του συστήματος του ανύπαρκτου σοσιαλισμού στην Ανατολική Ευρώπη πρέπει να αποδοθεί στη συνδυασμένη επίδραση δύο παραγόντων. Αυτοί είναι

α) η εσωτερική σαθρότητα της οικονομίας και του πλέγματος των κοινωνικών σχέσεων και

β) η οικονομική και ιδεολογική πίεση του παγκοσμίου καπιταλισμού, που ενισχύεται με την αυξημένη καθυστέρηση της σοβιετικής οικονομίας και της παραγωγικότητας της εργασίας συγκριτικά με τις πιο προχωρημένες καπιταλιστικές χώρες.

Όταν ο Γκορματσόφ από το 1985 έκανε προσπάθειες αυτομεταρρύθμισης του συστήματος, που βασιζόταν όμως στη συνεχιζόμενη γραφειοκρατική κυριαρχία, αποδείχθηκε ότι ήταν πια αργά. Η βασική και τελικά αξεπέραστη δυσκολία συνίστατο στο ότι τα συμφέροντα της γραφειοκρατίας ως προνομιούχου στρώματος στη σφαίρα της κατανάλωσης δεν μπορούσαν να εναρμονισθούν με τις κοινωνικές προτεραιότητες και την αναγκαιότητα να αναπτύσσονται η παραγωγικότητα και οι παραγωγικές δυνάμεις.

Το άλλο κεντρικό πρόβλημα της σοβιετικής οικονομίας ήταν η έλλειψη σύνδεσης των συμφερόντων των άμεσων παραγωγών, δηλαδή της εργατικής τάξης, με τους στόχους και τον τρόπο της παραγωγής. Επρόκειτο για μια θεμελιώδη αντίφαση: Ενώ το ειδικό βάρος των εργαζομένων και των διανοούμενων που ασχολούνταν στις επιχειρήσεις αυξανόταν συνεχώς, αυτοί οι φορείς της παραγωγής και της κοινωνικής προόδου έμειναν μόνιμα αποκλεισμένοι από όλους τους θεσμούς που καθόριζαν την οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ζωή.

Οι επιπτώσεις του μακρού κύματος ύφεσης του παγκοσμίου καπιταλισμού

Ηκρίση στασιμότητας της σοβιετικής οικονομίας, που έγινε φανερή από τη δεκαετία του ’70, συνέπεσε χρονικά με την αρχή του μακρού κύματος ύφεσης του παγκοσμίου καπιταλισμού (από το 1970), το οποίο οδήγησε από το τέλος της δεκαετίας του ’70 σε απότομες αλλαγές της πολιτικής των κυβερνήσεων των ιμπεριαλιστικών κρατών και στην άνοδο του νεοφιλελευθερισμού.

Πολλές υπανάπτυκτες αλλά και ανατολικοευρωπαϊκές χώρες παγιδεύτηκαν από τα δάνεια του ΔΝΤ και τα χρέη οδήγησαν πολλές χώρες στην οικονομική καταστροφή (πρώην ενιαία Γιουγκοσλαβία, Πολωνία). Το σύστημα του κρατικού μονοπωλίου εξωτερικού εμπορίου διαβρώθηκε βαθμιαία και η οικονομική πίεση του παγκοσμίου καπιταλισμού στην ΕΣΣΔ και στην Ανατολική Ευρώπη άρχισε να γίνεται ανυπόφορη.

Η τεράστια αύξηση των κονδυλίων του αμερικανικού προϋπολογισμού άμυνας υπό το Ρ. Ρίγκαν μετά το 1980, η οποία έγινε γνωστή ως “Πόλεμος των Άστρων” (και γλίτωσε τον αμερικανικό και παγκόσμιο καπιταλισμό σύμφωνα με την ανάλυση του αμερικανού μαρξιστή R.Brenner τότε μάλλον από μια μεγαλύτερη ύφεση), έφερε τη σοβιετική οικονομία σε όλο και δυσκολότερη θέση.

Ο Γκορμπατσόφ ήταν τελικά αναγκασμένος να εγκαταλείψει τον ανταγωνισμό εξοπλισμών και την πολιτική της “ισορροπίας του τρόμου”. Αυτό ήταν όμως ταυτόσημο με την αρχή του τέλους της σοβιετικής “αυτοκρατορίας”. Η ΕΣΣΔ δεν ήταν πια σε θέση να ανταγωνισθεί επιτυχώς τις ΗΠΑ και τις άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις στους τομείς της οικονομίας, της εφαρμογής της πιο προχωρημένης τεχνολογίας και των εξοπλισμών.

Με αυτή την έννοια μπορεί να διαπιστώσει κανείς ότι τα πρώτα θύματα της πιο επιθετικής πολιτικής του αμερικανικού ιμπεριαλισμού στον αστερισμό της καπιταλιστικής κρίσης υπήρξαν, εκτός από τις ημιαποικιακές χώρες του “Τρίτου Κόσμου”, η ΕΣΣΔ και οι ανατολικοευρωπαϊκές χώρες.

Αξίζει όμως να σημειωθεί ότι η φύση της οικονομικής κρίσης της ΕΣΣΔ και της Ανατολικής Ευρώπης όπως και σήμερα ακόμα της Ρωσίας είναι εντελώς διαφορετική από όλες τις κρίσεις στην ιστορία του καπιταλισμού και του μακρού κύματος ύφεσης το οποίο ζούμε από το 1970 μέχρι σήμερα.

Η καπιταλιστική κρίση είναι ουσιαστικά κρίση υπερπαραγωγής προϊόντων και υπερσυσυσσώρευσης κεφαλαίων, που δεν μπορούν πια να αξιοποιούνται με παραγωγικό τρόπο, ενώ η κρίση της οικονομίας της ΕΣΣΔ και όλων των άλλων γραφειοκρατικά κυριαρχούμενων χωρών ήταν (και είναι) κρίση έλλειψης σημαντικών προϊόντων μακροχρόνιας κατανάλωσης όπως και έλλειψης αναγκαίων κεφαλαίων για νέες επενδύσεις Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται εξάλλου μια έντονη διαφυγή κεφαλαίων προς τις μεγάλες χρηματαγορές της Δύσης (δες τη συνέντευξη με τον Μπ. Καγκαρλίτσκι σ’ αυτό το τεύχος του Σπάρτακου).

«Μεταρρυθμίσεις” και καπιταλιστική παλινόρθωση

Η προσπάθεια αυτομεταρρύθμισης του γραφειοκρατικού κοινωνικού προτύπου από το Γκορμπατσόφ κατέληξε σε τρανή αποτυχία και, αφού καμιά αξιόπιστη σοσιαλιστική εναλλακτική λύση δεν ήταν ορατή, ο καπιταλισμός προβλήθηκε ως μόνη ρεαλιστική διέξοδος από την κρίση διαρκείας. Αυξήθηκαν οι αυταπάτες ότι με μια ριζική στροφή προς την “οικονομία της ελεύθερης αγοράς” θα ήταν εφικτή μια προχωρημένη καπιταλιστική κοινωνία με ισχυρό “κοινωνικό κράτος” τύπου Σουηδίας (κυρίως του παρελθόντος).

Αυτές οι αυταπάτες έπαιξαν στα 1989-95 πολύ σημαντικό ρόλο και στις άλλες ανατολικοευρωπαϊκές χώρες, όπου το επίπεδο της βιομηχανικής ανάπτυξης και το βιοτικό επίπεδο ήταν γενικά ψηλότερα απ’ ό,τι στην ΕΣΣΔ, δηλαδή στην Τσεχοσλοβακία, Πολωνία, Ουγγαρία και στην Ανατολική Γερμανία.

Στις άλλες χώρες αυτή η παλινόρθωση επίσης έγινε με την έννοια ότι άυτές σταμάτησαν να είναι μεταβατικές αλλά κάτω από την ηγεσία των κρατικών εξουσιών βρίσκονται στο δρόμο να γίνουν πάλι “κανονικές” καπιταλιστικές κοινωνίες. Έτσι θα μπορούσε να πει κανείς επίσης ότι πρόκειται από την περίοδο 1989-91 για “κρατικο-καπιταλιστικά” καθεστώτα, που επιχειρούν την καπιταλιστική παλινόρθωση.

Αυτή αποτελεί μια μακροχρόνια διαδικασία που ακόμα δεν έχει ολοκληρωθεί πλήρως.

Μπορεί κανείς να περιγράψει τη διαδικασία μετά την κρίσιμη περίοδο 1989-91 σύντομα ως εξής:

  • Μετά την πτώση των καθεστώτων μεταβάλλονται οι κρατικοί μηχανισμοί και καθιερώνονται αστικά κοινοβούλια με πλουραλιστικές εκλογές.

  • Στις επιχειρήσεις γίνονται περικοπές των προϋπολογισμών για την επιβολή του νόμου της αξίας.

  • Ο ρόλος του χρήματος και των τιμών αλλάζει. Στόχος είναι η οικοδόμηση μιας αγοράς εργασίας και κεφαλαίου.

  • Το βασικό πρόβλημα ήταν και είναι ότι για τις ιδιωτικοποιήσεις των επιχειρήσεων, που για την καπιταλιστική λειτουργία της οικονομίας είναι απαραίτητες, έλειπε και λείπει το οργανικό κεφάλαιο, δηλαδή ούτε οι ίδιες οι επιχειρήσεις δε διέθεταν το αναγκαίο κεφάλαιο για να λειτουργήσουν με “κανονικό” καπιταλιστικό τρόπο ούτε το κράτος δεν ήταν σε θέση να λύσει αυτό το πρόβλημα. Ταυτόχρονα το δυτικό κεφάλαιο αποδείχθηκε σε πολύ μικρό βαθμό διατεθιμένο να “επενδύσει” και να εξαγοράσει επιχειρήσεις στην Ανατολική Εύρωπη. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα και για τις χώρες της πρώην ΕΣΣΔ.

Έγιναν παράνομα ξεπουλήματα μικρότερων επιχειρήσεων, αλλά η ιδιωτικοποίηση μεγαλύτερων επιχειρήσεων αποδείχθηκε πιο δύσκολη αφού αυτές συνήθως είναι συνδεδεμένες με ολόκληρες κοινωνικές υποδομές (σπίτια, παιδικούς σταθμούς, μαγαζιά, νοσοκομεία). Το ξεπούλημα τέτοιων επιχειρήσεων εξάλλου δε συμπίπτει με τα συμφέροντα της νομενκλατούρας που φιλοδοξεί να μεταβληθεί η ίδια σε καπιταλιστική τάξη.

Η ιδιωτικοποίηση έγινε συχνά με τη μορφή της διανομής μετοχών στους εργαζόμενους. Έτσι προστατεύτηκαν σε ένα βαθμό οι θέσεις εργασίας, ταυτόχρονα οι διευθυντές απαλλάχθηκαν από τον έλεγχο του κράτους, καμια φορά και σε συνεργασία με τους εργαζόμενους. Για το σχέδιο της καπιταλιστικής παλινόρθωσης εξασφαλίστηκαν έτσι δυτικά δάνεια όπως και η ελπίδα ότι αργότερα μπορεί να διεξαχθεί μια ιδιωτικοποίηση με πραγματικούς καπιταλιστές ιδιοκτήτες.

Μετά το 1991 ο Γέλτσιν προώθησε αποφασιστικά με “θεραπεία σοκ” και ριζικές ιδιωτικοποιήσεις την καπιταλιστική παλινόρθωση αποσκοπώντας σε δραστικές περικοπές στον κοινωνικό τομέα, στη “σταθεροποίηση” του νομίσματος και στην ανάπτυξη χρηματιστικών αγορών για το ξένο κεφάλαιο και τη χρηματοδότηση των ελλειμμάτων αλλά και για τη δημιουργία μιας χρηματιστικής ολιγαρχίας.

Η αποβιομηχάνιση και οι επιπτώσεις της

Το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής ήταν κυρίως μια μεταβολή των συνθηκών ζωής που συνεπάγονταν ένα σκληρότατο αγώνα επιβίωσης για τους “χαμένους” της μετάβασης. Το ΑΕΠ μειώθηκε στα 1990-99 κατά 50-60%, η βιομηχανική παραγωγή κατά 55%. Βασικές αιτίες της παρακμής είναι η κατάρρευση της εσωτερικής ζήτησης, που το 2000 ανερχόταν στο 1/3 του επιπέδου του 1990 και η κρίσιμη κατάσταση των επιχειρήσεων, που έχασαν εξαιτίας της άρσης των σταθερών τιμών το 1992 το μεταβλητό κεφάλαιό τους, δε διαθέτουν δάνεια και επιβαρύνονται με ψηλές τιμές για πρώτες ύλες και καύσιμα.

Διαμορφώθηκε ταυτόχρονα μια ολιγαρχία των κλάδων ενέργειας και πρώτων υλών, που κατέκτησε την ανεξαρτησία της από τον κεντρικό έλεγχο και διαθέτει σημαντική εξουσία, αφού τόσο το κράτος και όλος ο πληθυσμός όσο και ο κύριος όγκος των εξαγωγών εξαρτώνται απ’ αυτόν τον τομέα.

Οι επενδύσεις έπεσαν στα 1990-98 στο 1/6, τα αποθέματα κεφαλαίου της Ρωσίας μειώθηκαν όλο και περισσότερο και η αποβιομηχάνιση προχώρησε γρήγορα. Αποφασιστικός παράγοντας αυτών των εξελίξεων ήταν η κρατική πολιτική του καθεστώτος του Γέλτσιν.

Ήταν το σχέδιο της κυβέρνησης οι επιχειρήσεις να ιδιωτικοποιηθούν όσο το δυνατό γρηγορότερα και να υποταχθούν στην πειθαρχία της αγοράς για να “μάθουν να κολυμπήσουν” ή να εξαφανισθούν. Οι τιμές έγιναν “ελεύθερες”, οι επιδοτήσεις συρρικνώθηκαν και η οικονομία εκτέθηκε στο διεθνή ανταγωνισμό.

Ήταν λοιπόν η πρόθεση των “μεταρρυθμιστών” να καταστρέψουν ένα μεγάλο μέρος της βιομηχανίας, αφού δεν της δόθηκε καμιά ευκαιρία προσαρμογής. Αυτή η πολιτική είχε σχεδιασθεί από τις κυβερνήσεις των ιμπεριαλιστικών κρατών (G7) και το ΔΝΤ, καθώς ο Γέλτσιν την αποδέχθηκε και εφάρμοσε. Η ιδιωτικοποίηση πρέπει να χαρακτηρισθεί ως η πιο γιγαντιαία πράξη κλοπής στην ιστορία της χώρας.

Το 1992 κιόλας οι μισθοί δεν κάλυπταν πια τις καθημερινές ανάγκες των 2/5 των εργαζομένων, το 1994 των περισσότερο των 3/5 και ύστερα η κατάσταση χειροτέρευσε. Ο νέος ρώσικος καπιταλισμός τρώει τον πλούτο της χώρας και καταστρέφει την ικανότητά της να παράγει πλούτο. Οι αποσβέσεις ανέρχονται στο 30% του ΑΕΠ και σύμφωνα με εκτιμήσεις έρρεαν στα 1993-98 136 δισ. δολάρια στο εξωτερικό, δηλαδή πολύ περισσότερο από τα κεφάλαια που δυτικές επιχειρήσεις ή τράπεζες επένδυσαν στη Ρωσία.

Τα έξοδα για έρευνα και ανάπτυξη μειώθηκαν στο 1/5, αυτά για την επιστήμη στο 1/50. Πολλοί επιστήμονες μετανάστευσαν ή άλλαξαν επάγγελμα. Μόνο το 30% των φαντάρων έχει βασικές γνώσεις των μαθηματικών, ενώ στη σοβιετική εποχή το ποσοστό ήταν 90%.

Όχι μόνο οι ικανότητές τους αλλά και οι ίδιοι οι εργαζόμενοι καταστρέφονται λόγω του δραματικά μειωμένου βιοτικού επιπέδου, των περικοπών στη δημόσια υγεία και του αυξανόμενου άγχους, που οφείλεται στην παρακμή και στο κοινωνικό ξερίζωμα. Το άγχος συνέβαλε στην εξάπλωση του αλκοολισμού, ιδιαίτερα ανάμεσα στους άντρες.

Το ποσοστό γεννήσεων έπεσε και ο προσδοκώμενος χρόνος ζωής μειώθηκε στα 1990-99 κατά 10 χρόνια φτάνοντας στο επίπεδο του 19ου αιώνα. Ο πληθυσμός (συνολικά 148,7 εκατ.) μειώθηκε, μην υπολογίζοντας τη μετανάστευση, κατά 3,5 εκατ. και οι δημογραφικές προβλέψεις είναι πολύ δυσοίωνες.

Η ανεργία ανέβηκε από 0 στο 30% όταν υπολογίζει κανείς και όσους βγάζουν λιγότερο από το ελάχιστο του κόστους ζωής. Ο τομέας της βαριάς βιομηχανίας έχασε από το 1992 το 70% των θέσεων εργασίας του. Ο μέσος μισθός αντιστοιχούσε το 1998 σύμφωνα με επίσημες εκτιμήσεις το διπλό του απόλυτου ελάχιστου του κόστους ζωής, αν προϋποθέτουμε ότι οι μισθοί πραγματικά πληρώνονται. Οι εκτιμήσεις αυτές δε λαμβάνουν πλήρως υπόψη την πτώση των πραγματικών μισθών κατά 40% ως αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης του 1998.

Τα “συναινετικά” συνδικάτα και το ΚΚ της Ρώσικης Ομοσπονδίας του µιουγκάνοφ θεωρούν τη συνεχιζόμενη “υπεραποσχόληση” ως απόδειξη ότι οι διευθύνσεις των επιχειρήσεων είναι ακόμα “κόκκινες”. Είναι όμως αποκλειστικά οι εργαζόμενοι, που πληρώνουν τις “περιττές” θέσεις εργασίας με χαμηλότατους μισθούς.

Η παλινόρθωση του καπιταλισμού είχε μεγάλη επίδραση στη δομή και σύνθεση της εργατικής τάξης. Η ιδιωτικοποίηση εξαφάνισε το κράτος ως εργοδότη και οδήγησε σε μεγάλες διαφοροποιήσεις μέσα στην εργατική τάξη των διάφορων βιομηχανικών κλάδων και ανάλογα με τις περιοχές. Στα 1990-98 η βιομηχανία έχασε το 42% του εργατικού δυναμικού της.

Η μετάβαση προς τον καπιταλισμό επέφερε και μια ριζική αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου. Το 1991 οι μισθωτοί έπαιρναν το 75% του εθνικού εισοδήματος (ενώ 55% στις ΗΠΑ). Μέχρι το 1999 αυτό το ποσοστό έπεσε στο 30% (!) προς όφελος του εισοδήματος του κεφαλαίου. Το 10% του ρώσικου πληθυσμού κατέχει σχεδόν 65% όλου του εθνικού εισοδήματος.

Το καθεστώς του Πούτιν

Η κρίση του ρουβλίου τον Αύγουστο 1998 σηματοδότησε ένα σημείο καμπής. Το 1999, για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, το ΑΕΠ άρχισε να αυξάνεται, η συσσώρευση κεφαλαίου κάνει προόδους και οι εξαγωγές αυξάνονται. Η οικονομία “barter” (ανταλλαγές προϊόντων αντί για αγορές με χρήματα) έπεσε από σχεδόν 55% το 1998 στο 19% στα τέλη του 2000. Το ποσοστό των επιχειρήσεων που κάνουν κέρδη αντί για απώλειες αυξήθηκε από 50,2% σε 60,3%, αφού ως αποτέλεσμα της κρίσης του 1998 πολλές από τις πιο αδύναμες επιχειρήσεις αναγκάσθηκαν να κλείσουν. Δημιουργήθηκαν σε λίγα χρόνια επίσης μερικά ισχυρά μονοπώλια στους κλάδους της ενέργειας και της παραγωγής τροφίμων. Μερικά μονοπώλια επένδυσαν και στο εξωτερικό, κυρίως σε άλλες χώρες της πρώην ΕΣΣΔ και στην Ουγγαρία. Σημαντική είναι και η εξαγωγή στρατιωτικών εξοπλισμών.

Οι αδυναμίες του νέου ρώσικου καπιταλισμού παραμένουν η έλλειψη ενός ισχυρού χρηματιστικού κεφαλαίου, η (με την καπιταλιστική έννοια) πολύ καθυστερημένη κατάσταση στον τομέα των τραπεζών και η αναγκαιότητα δραστικών “αναδιαρθρώσεων” στις επιχειρήσεις, που ακόμα δε λειτουργούν εξ ολοκλήρου σύμφωνα με τις αρχές του ανταγωνισμού. Το κύριο μέλημα του καθεστώτος του Πούτιν θα είναι η πλήρης επιβολή των καπιταλιστικών αρχών στις επιχειρήσεις ενισχύοντας την ελαστικοποίηση της εργασίας και αυξάνοντας την ανεργία.

Το καθεστώς στηρίζεται, όπως δείχνει και ο βρώμικος πόλεμος ενάντια στην Τσετσενία, στην αναζωογόνηση του μεγαλορώσικου σωβινισμού (που από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 εξαπλώνεται απειλητικά) και επιχειρεί να εγκαθιδρυθεί ως ισχυρή βοναπαρτιστική κυριαρχία.

Μερικά προσωρινά συμπεράσματα

Ημετάβαση της ΕΣΣΔ και των περισσότερων άλλων κοινωνιών της Ανατολικής Ευρώπης στον καπιταλισμό μπορεί να υποδιαιρεθεί σε μερικά στάδια:

  • Από τη δεκαετία του ’70 ενισχύεται η πίεση του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος στην ΕΣΣΔ και η αύξηση του ΑΕΠ και της παραγωγικότητας επιβραδύνονται επικίνδυνα. Οι βάσεις της μεταβατικής κοινωνίας (ή του “εκφυλισμένου εργατικού κράτους”) αρχίζουν να υπονομεύονται.

  • Ο Γκορμπατσόφ επιχειρεί να επιβάλει μεταρρυθμίσεις (την “περεστρόικα”) προκειμένου να μειωθεί η αυξανόμενη οικονομική και τεχνολογική υπεροχή της Δύσης. Αυτές οι μεταρρυθμίσεις ενισχύουν όμως σημαντικά τις τάσεις προς την καπιταλιστική παλινόρθωση. Η “περεστρόικα” αποτυγχάνει και η ΕΣΣΔ διανύει μια περίοδο έντονων συγκρούσεων των διάφορων φραξιών της γραφειοκρατικής ηγεσίας, οι οποίες όμως μετά το 1989 ανεξαίρετα τάσσονται στην πράξη υπέρ της καπιταλιστικής παλινόρθωσης. Αυτό ισχύει ακόμα και για τους σταλινικούς πραξικοπηματίες του 1991. Με την πτώση του Γκορμπατσόφ διαλύεται η ΕΣΣΔ.

  • Το καθεστώς του Γέλτσιν εφαρμόζει πιστά τις διαταγές του ΔΝΤ. Πρόκειται πλέον για τη συνειδητή προσπάθεια να οικοδομηθούν σε όλους τους τομείς καπιταλιστικές δομές. Η Ρωσία και όλες οι ανατολικοευρωπαϊκές χώρες ενσωματώνονται, αν και σε διαφορετικό βαθμό, κατ’ αρχήν πάλι στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα. Έτσι η καπιταλιστική παλινόρθωση είναι γεγονός αλλά δεν έχει ολοκληρωθεί πλήρως.

Η καπιταλιστική παλινόρθωση της πρώην Γιουγκοσλαβίας συντελέσθηκε μάλλον πολύ νωρίτερα με την επιβολή των υπαγορεύσεων του ΔΝΤ, οι οποίες εφαρμόσθηκαν από το καθεστώς στα μέσα της δεκαετίας του `80 ενάντια στη σκληρή αντίσταση των εργαζομένων, που όμως δεν ήταν σε θέση να προβάλουν διαφορετικό σχέδιο για την οικονομία και την κοινωνία σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Οι καταστροφές των πολεμικών συρράξεων από το 1991 επιβράδυναν όμως σημαντικά τη διαμόρφωση νέων ολοκληρωμένων καπιταλιστικών δομών σε όλες τις Δημοκρατίες.

Ας σημειωθεί τελικά ότι οι περιπτώσεις της Κίνας, Κούβας, Β. Κορέας και του Βιετνάμ, σχετικά με το πόσο προχωρημένη είναι η πορεία προς την καπιταλιστική παλινόρθωση, πρέπει να εξετασθούν χωριστά.

Ανδρέας Κλόκε


Σπάρτακος 61, Οκτώβρης 2001

Αρχείο Σπάρτακου


https://tpt4.org/?p=2604

There is one comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s