Η διαμάχη για το ασφαλιστικό

Σπάρτακος 61, Οκτώβρης 2001


Μια αντιπαράθεση σε εκκρεμότητα

Ένα πρόχειρο σχεδίασμα αποτίμησης της διαμάχης για την αναμόρφωση του ασφαλιστικού συστήματος

του Βαγγέλη Ιτέση

Λίγα χρόνια πριν, με τον γαλλικό απεργιακό Δεκέμβρη του ’95, μπορούσαμε να διακρίνουμε τα πρώτα ίχνη μιας στροφής στη συγκυρία, μιας αλλαγής κλίματος στην μεγάλη νεοφιλελεύθερη νύχτα. Σήμερα αυτή η μετατόπιση έχει πάρει τέτοιες διαστάσεις ώστε η έκφραση «απονομιμοποίηση του νεοφιλελευθερισμού» να μοιάζει τετριμμένη, κοινότοπη, ίσως όχι πια αρκετή. Όσα συνέβησαν πρόσφατα εν σχέσει με το ασφαλιστικό επιβεβαιώνουν μια τέτοια διαπίστωση και για τον ελληνικό καπιταλισμό.

Ήδη βέβαια έχουν μεσολαβήσει αρκετά από το (πρώτο) ξέσπασμα της αντιπαράθεσης για την αναμόρφωση του ασφαλιστικού. Τα όσα συνέβησαν είναι πια αρκετά γνωστά και μοιάζουν μάλιστα να έχουν επισκιαστεί από άλλα, περισσότερο ίσως επίκαιρα και παγκόσμιας εμβέλειας γεγονότα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρόκειται για μια αντιπαράθεση της οποίας η εξέλιξη έχει πλέον ολοκληρωθεί.

Αντίθετα, αν αξίζει να επανέρχεται κανείς στην κρίση του ασφαλιστικού, αλλά και να προβαίνει στην αποτίμησή της, είναι γιατί οι πιο αποφασιστικές στιγμές αυτής της αντιπαράθεσης αφορούν περισσότερο το μέλλον παρά το παρελθόν.

Το τέλος των νεοφιλελεύθερων παραμυθιών

Παρακάμπτοντας τις λεπτομέρειες, μπορούμε να πιάσουμε το νήμα ξανά απ’ την αρχή: στο όνομα της αποτροπής του κινδύνου να καταρρεύσουν, λόγω αναλογιστικών ελλειμμάτων, τα ασφαλιστικά ταμεία, η ελληνική σοσιαλδημοκρατία, λίγο καιρό μετά από την τρίτη, συνεχόμενη, εκλογική της νίκη, αποτόλμησε μια εξαιρετικά ευρεία αντιμεταρρύθμιση, πιάνοντας το νήμα από το σημείο που το άφησαν οι νόμοι της Δεξιάς το ’92, η πρώτη σοβαρή προσπάθεια κατεδάφισης του ασφαλιστικού συστήματος ως ενός θεσμού εδραιωμένου στην κοινωνική αλληλεγγύη.

Η επιχειρηματολογία του αρμόδιου υπουργού, πράγματι, πολύ δύσκολα μπορούσε να κρύψει την μεγάλη απόσταση που είχε διανυθεί ακόμα και από τα ίδια τα σοσιαλδημοκρατικά προεκλογικά μισόλογα. Το γεγονός ότι τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα αποτυπώνουν κοινωνικές σχέσεις, ότι αυτά τα δικαιώματα δεν τα εγγυώνται οι νόμοι της αγοράς αλλά η κοινωνία στο σύνολό της επιλέγοντας να συνδέσει με τρόπο αλληλέγγυο τον ενεργό οικονομικά πληθυσμό και όσους/ες πια δεν μπορούν να εργαστούν, και άρα ότι η απόδοση συντάξεων είναι ένα πρόβλημα διανομής (και αναδιανομής) του παραγόμενου κοινωνικού υπερπροϊόντος, όλα αυτά που λίγο ως πολύ, μέχρι τώρα, συνιστούσαν παραδοχές κάθε σοσιαλδημοκρατικού προγράμματος δεν είχαν καμιά θέση στην ορολογία του κ. Γιαννίτση. Όταν η σοσιαλδημοκρατία εξακολουθούσε να εκφράζει σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο την αξίωση για μια πιο ευνοϊκή ρύθμιση της εκμετάλλευσης του προλεταριάτου η έννοια «κοινωνία», στη φρασεολογία των στελεχών της, απείχε πολύ από το να σημαίνει ένα άθροισμα ατόμων ανεξάρτητα υπεύθυνων για τα προσωπικά τους ενδεχόμενα και η κοινωνική ασφάλιση, βασικός άξονας του κοινωνικού κράτους, αναγνωριζόταν ως ένα πρόβλημα που μπορούσε να λυθεί με κριτήριο την αλληλεγγύη ανάμεσα στους κοινωνικά εργαζόμενους ανθρώπους. Οι κοινωνικές σχέσεις, αντίθετα, στη «δέσμη ιδεών» της κυβέρνησης Σημίτη, εκτοπιζόταν από αδέκαστες στατιστικές · οι πολιτικές επιλογές μεταμφιέζονταν σε αναλογιστικές μελέτες εμπειρογνωμόνων, για να μηδενιστούν υπό το βάρος μιας αμείλικτης οικονομίας και η διανομή του κοινωνικού πλούτου δεν έμοιζε να είναι τίποτα άλλο από την ακριβοδίκαιη απόδοση του κόστους των «δημογραφικών μεταβολών».

Βέβαια, όπως συμβαίνει σε κάθε αμερόληπτη νεοφιλελεύθερη αφήγηση, οι στατιστικές, οι εμπειρογνωμοσύνες και οι κοστολογήσεις κατέληγαν και σε «δύσκολες αλλά αναγκαίες αποφάσεις», κάθε άλλο παρά ουδέτερες: οι μισθωτοί/ες πρέπει να εργάζονται περισσότερα χρόνια και να απολαμβάνουν δραματικά μικρότερες παροχές, να νέμονται δηλαδή ένα αισθητά μικρότερο κομμάτι του κοινωνικού υπερπροϊόντος από αυτό που το «αναποτελεσματικό» κοινωνικό κράτος μπορούσε να τους εξασφαλίσει. Δυστυχώς όμως για τον κ.Γιαννίτση και τους εμπειρογνώμονές του έχει περάσει πια η εποχή που τα νεοφιλελεύθερα παραμύθια κατέληγαν και σε μια πιστευτή υπόσχεση για ένα happy end «ευημερίας» ως αντίτιμο των «θυσιών». Η απονομιμοποίηση του νεοφιλελευθερισμού έχει ξεγυμνώσει από καιρό τον βασιλιά: καμιά στατιστική δεν μπορεί να δικαιώσει την ερήμωση της κοινωνίας, όπως και καμιά επίκληση «δημογραφικών μεταβολών» δεν μπορεί πια να συσκοτίζει τις διαθέσεις των καπιταλιστών να συνεχίσουν να επωφελούνται αποκλειστικά από την παραγωγικότητα της κοινωνικής εργασίας.

Η αφέλεια της μετάλλαξης

Η κλίκα των «εκσυγχρονιστών» φαίνεται πως πήρε πολύ στα σοβαρά την μετάλλαξη της σοσιαλδημοκρατικής γραφειοκρατίας, την μετατροπή δηλαδή ενός σημαντικού τμήματος αυτής της γραφειοκρατίας από παρασιτικό οργανισμό στο σβέρκο του προλεταριάτου σε διοικητική-διαχειριστική αποφύση πέριξ ή εντός του κράτους και των προκρατικών θεσμών της καπιταλιστικής Ευρώπης. Το «νέο ΠΑΣΟΚ» των σοσιαλφιλελεύθερων με το έντονο τεχνοκρατικό αξάν θέωρησε ότι μπορούσε, για μια στιγμή, να ξεχάσει το «παλιό ΠΑΣΟΚ» με την οργανωμένη εργατική βάση, να παραβλέψει ακόμα την ύπαρξη του προλεταριάτου ως κοινωνικής τάξης εκ των πραγμάτων ανταγωνιστικής στις ηγεμονικές επιλογές των καπιταλιστών, με την ίδια αφέλεια που οι νεοφιλελεύθεροι οικονομολόγοι νομίζουν ότι μπορούν να διαπραγματευτούν αποτελεσματικά τα οικονομικά μεγέθη ξεχνώντας ότι πρόκειται για έκφραση κοινωνικών συσχετισμών. Όπως και νά’χει η απεργία της 26ης του Απρίλη, αναμφίβολα η μεγαλύτερη κινητοποίηση του ελληνικού προλεταριάτου τα τελευταία 20 χρόνια, έκανε τους σοσιαλδημοκράτες σκαπανείς της ένταξης στην ΟΝΕ να καταλάβουν ότι διάλεξαν λάθος συγκυρία για να παραστήσουν τους αφελείς απολογητές της αστικής ηγεμονίας ή ακόμα χειρότερα τους ενθουσιώδεις διεκπεραιωτές της.

Μέχρι τώρα, οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ αρκούνταν σε θεσμικές διευθετήσεις του δεδομένου συσχετισμού δυνάμεων, δηλαδή στη διαχείριση του νεοφιλελευθερισμού · στην περίπτωση του ασφαλιστικού προτάθηκε μια θεσμική τομή, δηλαδή μια νεοφιλελεύθερη αντιμεταρρύθμιση, μια καθοριστική παρέμβαση στο συσχετισμό δυνάμεων προς χάριν του κεφαλαίου. Το γεγονός ότι αυτή η αντιμεταρρύθμιση, μετά την κινητοποίηση της εργατικής τάξης, ανακόπηκε είναι κάτι που με τη σειρά του αλλάζει τα δεδομένα του ταξικού ανταγωνισμού αλλά αυτή τη φορά προς χάριν της εργασίας. Με αυτήν την έννοια, η απεργία της 26ης Απριλίου ήταν κάτι παραπάνω από μια επίδειξη δύναμης του ελληνικού προλεταριάτου: προεξόφλησε τόσο την πανικόβλητη απόσυρση της «δέσμης προτάσεων» του κ. Γιαννίτση όσο και την πρώτη σοβαρή πολιτική ήττα του «νέου ΠΑΣΟΚ».

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι πρόκειται για μια πολιτική ήττα της σοσιαλδημοκρατίας γενικά και ως προς αυτό η αίσθηση ότι ο πιο ισχυρός αντίπαλος της εκσυγχρονιστικής κλίκας απέβη η ίδια η εργατική βάση του ΠΑΣΟΚ είναι αρκετά βάσιμη για να την προσπεράσει κανείς. Αφενός η Δεξιά αποδείχτηκε ανίκανη να επωφεληθεί, μιας και ο κ.Καραμανλής και η αποτρόπαιη συντροφιά του πολύ δύσκολα θα μπορούσαν να πείσουν ότι το αγαπημένο κόμμα της ελληνικής αστικής τάξης ξάφνου ενδιαφέρεται για τα κοινωνικά δικαιώματα και αφετέρου η Αριστερά, μολονότι επέδειξε αποφασιστικές διαθέσεις εναντίωσης, μένει να κάνει πολλά ακόμα ώστε να αναδειχθεί σε μια αξιόπιστη εναλλακτική λύση εκπροσώπησης των υποτελών τάξεων της χώρας.

Οι εκσυγχρονιστές βέβαια, παρά την ήττα αυτή, δεν πρόκειται να παραιτηθούν εντελώς από τους αντικοινωνικούς σχεδιασμούς τους: το γεγονός ότι παράλληλα με τις ετεροχρονισμένες κορώνες του κ.Λαλιώτη ενάντια στον ΣΕΒ, κύκλοι της κυβέρνησης μιλούν ανοιχτά για «κεφαλαιοποιητικές» λύσεις στο ασφαλιστικό, δηλαδή ούτε λίγο ούτε πολύ ιδιωτικοποιήση των ασφαλιστικών ταμείων, σε συνδυασμό ασφαλώς με την γενικότερη προσπάθεια ισχυροποίησης του εκσυγχρονιστικού μπλοκ στο επικείμενο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ, δείχνει ότι αυτό που κερδίθηκε δεν ήταν παρά μόνο η πρώτη μάχη του πολέμου.

Σημείο καμπής

Η ανακοπή μιας νεοφιλελεύθερης αντιμεταρρύθμισης τέτοιου εύρους αποτελεί σίγουρα ένα σημείο καμπής για το εργατικό κίνημα αλλά και τις πολιτικές δυνάμεις που αναφέρονται σε αυτό. Από δω και στο εξής θα αντιπαρατίθονται, όλο και πιο ευδιάκριτα, ταξικές επιλογές με επίδικο αντικείμενο την αναδιανομή του κοινωνικού υπερπροϊόντος. Η αποφασιστικότητα της εργατικής τάξης, τόσο στις 26 της Απρίλη όσο και στις 17 του Μάη, ήταν τέτοια ώστε πια στην ημερήσια διάταξη δεν τίθεται μονάχα η δυνατότητα του προλεταριάτου να αντιστέκεται αλλά και το ενδεχόμενο να αμφισβητήσει την πρωτοβουλία κινήσεων που ακόμα διαθέτει ο ταξικός του εχθρός.

Δεν θα ήταν υπερβολή αν κανείς ερμήνευε την αντιπαράθεση που από δω και μπρος θα εκτυλιχθεί ως μια ευκαιρία για τον αντι-ηγεμονικό αγώνα της εργατικής τάξης. Για να αξιοποιηθεί αυτή η ευκαιρία ωστόσο χρειάζεται να διασφαλιστεί ότι η εργατική τάξη θα έχει ανεξαρτησία επιλογών, ισχύ καθώς και την ικανότητα να εκφράζει ευρύτερες κοινωνικές διαθέσεις, ριζικές κοινωνικές ανάγκες. Η ανεξαρτησία επιλογών σημαίνει αποτροπή κάθε ταξικής συνεργασίας, κάθε «διαλόγου» ανάμεσα σε υποτιθέμενους «εταίρους» που συναινούν από κοινού στην διαιώνιση της αστικής ηγεμονίας. Η ισχύς της εργατικής τάξης, σε αντίθεση με αυτήν της αστικής που προκύπτει από τον ρόλο του κράτους ως ενιαίου εκφραστή των καπιταλιστών, δεν μπορεί παρά να απορρέει από την κοινωνική της θέση και να αναπτύσσεται εφόσον εκφράζεται συλλογικά και ενιαία, δηλαδή στο βαθμό που επιτυγχάνεται η κοινή, μαζική δράση των εργατικών οργανώσεων. Η ικανότητα τέλος να ενσωματώσει ευρύτερες κοινωνικές διαθέσεις, στην προκειμένη περίπτωση, δεν είναι τίποτα λιγότερο από την ικανότητα του οργανωμένου προλεταριάτου να απαντήσει πειστικά στην ανάγκη μιας ορθολογικής και καθολικής ικανοποίησης των ριζικών κοινωνικών αναγκών.

Σε αυτήν την αντιπαράθεση επίσης μπορεί να γονιμοποιηθεί και μια ανανεωμένη σοσιαλιστική πολιτική η οποία θα ανταποκρίνεται στον αντι-ηγεμονικό αγώνα των καταπιεσμένων, όντας η πιο ξεκάθαρη συνείδηση των απαιτήσεών του. Οι άξονες αυτής της πολιτικής δεν είναι δύσκολο να ανευρεθούν: αντιστοιχούν ένας προς έναν σε ό,τι χρειάζεται να διασφαλιστεί ώστε να μην χαθεί η ευκαιρία μιας επανεμφάνισης της εργατικής τάξης στο προσκήνιο της κοινωνικής ζωής.

Η συνείδηση της ανάγκης να αποτραπεί κάθε ταξική συνεργασία, με δεδομένη την έφεση της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας στην διαπραγμάτευση «εταίρων» και τη συνθηκολόγηση, συνεπάγεται την προσπάθεια συγκρότησης μιας αξιόπιστης αριστερής πτέρυγας στα συνδικάτα, η οποία χωρίς να παύει να είναι πλουραλιστική θα είναι ταξικά αδιάλλακτη. Αυτή η πτέρυγα βέβαια εκτός από τον πλουραλισμό και την αδιαλλαξία οφείλει να είναι επίσης πειστική όσον αφορά τον διεθνισμό της, αναδεικνύοντας τη διεθνή διάσταση του αγώνα και το πώς αυτός ανατροφοδοτείται από το κίνημα ενάντια στην νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, αλλά και την φεμινιστική της προσέγγιση. Ως προς το τελευταίο, η συζήτηση για το ασφαλιστικό, ανοίγοντας το ζήτημα της εξίσωσης των ορίων συνταξιοδότησης για άντρες και γυναίκες, είναι μια πρώτης τάξεως αφορμή για μια ριζοσπαστική φεμινιστική πρόταση: ναι, να εξισωθούν τα όρια ηλικίας αλλά προς τα κάτω και με την δημιουργία τέτοιων συνθηκών (δημόσιοι βρεφονηπιακοί σταθμοί, δημόσια πλυντήρια και εστιατόρια) ώστε να κοινωνικοποιηθεί η οικιακή εργασία και να υπονομευθεί ο θεσμός της οικογένειας ως τόπος της γυναικείας καταπίεσης.

Κατά δεύτερο λόγο, η συνείδηση της ανάγκης να αναπτυχθεί η ισχύς του εργατικού αγώνα συνεπάγεται την πρόταξη του ενιαίου μετώπου, τόσο με την έννοια της κοινής δράσης όλων των πολιτικών οργανώσεων που αναφέρονται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στο εργατικό κίνημα, με βάση συγκεκριμένες διεκδικήσεις, όσο και με την έννοια της εγκατάλειψης κάθε πρακτικής που δεν συμβάλλει στον ενιαίο χαρακτήρα του εργατικού αγώνα, μέσα από τα συνδικάτα. Ελλείψει μορφών τέτοιων που να βρίσκονται εκτός των ορίων της διαπραγμάτευσης της πώλησης του εμπορεύματος εργατική δύναμη, ελλείψει δηλαδή μορφών εργατικής αυτοδιαχείρισης, τα συνδικάτα, οσοδήποτε γραφειοκρατικοποιημένα, είναι η μόνη μορφή ώστε οι μισθωτοί, διαπραγματευόμενοι ως τάξη την ρύθμιση της εκμετάλλευσής τους, να αποκτούν συνείδηση του συλλογικού αγώνα και της ταξικής αλληλεγγύης, με μια λέξη της δύναμής τους. Και μπορεί μεν η ριζοσπαστικοποίηση της ταξικής συνείδησης να μην συμβαίνει γραμμικά, ως μια ακολουθία απλώς σταδίων, αλλά είναι εξίσου αλήθεια ότι ποτέ ιστορικά το προλεταριάτο δεν μπόρεσε να αμφισβητήσει την αστική ηγεμονία χωρίς εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του, χωρίς δηλαδή ενισχυμένες συνδικαλιστικές οργανώσεις. Η διασπαστική φιλολογία στην οποία επιδίδεται τον τελευταίο καιρό η ηγεσία του Κ.Κ.Ε., καθώς και οι τυχοδιωκτικοί διαχωρισμοί του Π.Α.ΜΕ., βρίσκονται στον αντίποδα μιας τέτοιας κατεύθυνσης ακριβώς γιατί υπονομεύουν την ισχύ του οργανωμένου προλεταριάτου προς χάριν μιας κοντόφθαλμης και σεκταριστικής θεώρησης η οποία βασίζεται στον εκκεντρικό εκείνο συλλογισμό ότι η αποδυνάμωση της σοσιαλδημοκρατικής, συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας θα είναι αποτέλεσμα του χωριστού συνδικαλιστικού αγώνα μιας «κομμουνιστικής» μειοψηφίας, δηλαδή αφενός της απομόνωσης της συνδικαλιστικής αριστεράς και αφετέρου της αποδυνάμωσης των ίδιων των συνδικαλιστικών οργανώσεων (!!!). Δεν χρειάζεται ίσως να προσθέσουμε ότι σε μια χώρα, όπως η Ελλάδα, όπου η σοσιαλδημοκρατία εξακολουθεί να αξιοποιεί τους δεσμούς της με την συντριπτική πλειοψηφία της εργατικής τάξης, τέτοιου είδους συλλογισμοί αποβαίνουν καταστροφικοί, αν κανείς βέβαια παρασυρθεί αρκετά από τον «αγωνιστικό» τους στόμφο.

Ακόμα, η συνείδηση της ανάγκης να εκφραστούν, από τον αγώνα της εργατικής τάξης, ευρύτερες κοινωνικές διαθέσεις έχει ως συνέπεια την σκιαγράφηση μιας μη-γραφειοκρατικής προοπτικής υπέρβασης των οριζόντων της εμπορευματικής παραγωγής, ώστε να ικανοποιούνται οι κοινωνικές ανάγκες, ορθολογικά και χωρίς αποκλεισμούς. Αυτό σημαίνει διεκδικήσεις που θα διαπνέονται από μια λογική ενίσχυσης των περιοχών όπου οι νόμοι της αγοράς δεν θα ισχύουν και όπου η κοινωνική αλληλεγγύη θα εξασφαλίζεται από δομές εργατικής αυτοδιαχείρισης.

Πρόκειται προφανώς, σε αυτήν την περίπτωση, για μια μεγάλη όσο και δύσκολη κουβέντα, η οποία είναι δίχως άλλο προϋπόθεση κάθε σοβαρής προσπάθειας να αμφισβητηθούν οι όροι που διαμορφώνουν την κυριαρχία των καπιταλιστών στην παραγωγή και τη διανομή του κοινωνικού πλούτου.

Ως προς τους δύο πρώτους τουλάχιστον αυτούς άξονες μπορούμε βάσιμα να ανιχνεύσουμε και ορισμένες πολιτικές δυνάμεις που ήδη έχουν επιδείξει, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, μια αντίστοιχη διαθεσιμότητα. Αυτές οι δυνάμεις είναι οι συνδικαλιστές των αριστερών τάσεων του Συνασπισμού, το απροσδιόριστο ακόμα οργανωτικά δίκτυο αγωνιστών που σχετίζεται με εκείνα τα στελέχη που πρόσφατα διαγράφτηκαν από το Κ.Κ.Ε. και συνέστησαν την Κ.Ε.Δ.Α., καθώς και τα ακόμα ανίσχυρα τμήματα εργαζομένων που αναφέρονται στην διεθνιστική Αριστερα (κυρίως της Δ.Ε.Α.). Ως προς τον τελευταίο άξονα, ο οποίος, όπως είδαμε, εισάγει την προβληματική της αυτοδιαχείρισης, δεν φαίνεται προς το παρόν να υπάρχει μια αντίστοιχη πολιτική διαθεσιμότητα πέραν των προσπαθειών αναμφίβολα πολύ μικρής εμβέλειας – του ελληνικού τμήματος της 4ης Διεθνούς (Ο.Κ.Δ.Ε.-Σπάρτακος) να αναδειχτούν διεκδικήσεις σε μια τέτοια προοπτική. Όσο για το Κ.Κ.Ε. αλλά και το σύνολο σχεδόν της σταλινογενούς Αριστεράς (με προεξάρχον ως συνήθως το Ν.Α.Ρ.) η κατανόηση των πολιτικών διαστάσεων της αντιπαράθεσης περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο στην συνείδηση της ανάγκης να αποτραπεί η ταξική συνεργασία και αυτό, δυστυχώς, χωρίς να αποφεύγονται οι ανεύθυνες, διασπαστικές συμπεριφορές, γεγονός που οφείλεται στην παντελή παραγνώριση της σημασίας που έχει η πρόταξη του ενιαίου μετώπου σε ό,τι αφορά την ισχύ του προλεταριάτου, όταν δεν πρόκειται απλά για μια αγιάτρευτη σεκταριστική παραζάλη.

Το φάντασμα που επιστρέφει

Εφεξής δεν θα υπάρχει συνιστώσα της Αριστεράς που να μπορεί ανέξοδα να αποσείσει τις ευθύνες της. Αν τα νεοφιλελεύθερα παραμύθια βρήκαν επιτέλους και τον δράκο τους η Αριστερά βρήκε επιτέλους και εκείνο το φάντασμα που έχει αρχίσει πάλι να πλανιέται πάνω απ’ την υδρόγειο, όχι αυτή τη φορά με το όνομα «κομμουνισμός» αλλά με το σύνθημα «ο κόσμος μας δεν είναι εμπόρευμα». Οι εκατοντάδες χιλιάδες των μισθωτών που κατέκλυσαν την Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, την Πάτρα, τα Γιάννενα, στις 26 του Απρίλη δεν ήταν παρά η πρώτη δημόσια εμφάνιση αυτού του τόσο ενοχλήτικού για τους νεοφιλελεύθερους παγκόσμιου φαντάσματος, σε ελληνικό έδαφος. Το θέμα είναι πλέον αυτό το φάντασμα να αρχίσει να αμφισβητεί τους όρους της παρτίδας, να αρχίσει με άλλα λόγια να ψιθυρίζει ότι «ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός». Προς το παρόν ωστόσο «δεν υπάρχει καιρός για φλυαρίες με τον εχθρό», δηλαδή για κοινωνικούς διαλόγους και επανάπαυση στην ικανότητα της σοσιαλδημοκρατικής γραφειοκρατίας να εξουθενώνει τους εργατικούς αγώνες. Δεν υπάρχουν όμως περιθώρια και για σεκταριστικές φλυαρίες όσον αφορά την Αριστερά, δηλαδή για διασπαστικούς τυχοδιωκτισμούς που υπονομεύουν την ενότητα του οργανωμένου προλεταριάτου. Αυτό που τώρα διακυβεύεται είναι η δυνατότητα της κοινωνικής εκείνης τάξης με τις πιο «ριζικές αλυσίδες» να κλιμακώσει τις διεκδικήσεις της, να συντονίσει τον αγώνα των τμημάτων της και να αναπτύξει τις ελπίδες της και πάλι. Οπώς θά ‘λεγε η Luxemburg: «γροθιά στο πρόσωπο και γόνατο στο στήθος!» Και αν το διακύβευμα έχει τέτοιο χαρακτήρα, μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε ότι πλέον οι θιασώτες τόσο του ρεφορμισμού όσο και του σεκταρισμού, στα κόμματα και τις οργανώσεις της Αριστεράς, όλο και πιο δύσκολα θα μπορούν να επαναπαύονται στην μέχρι τώρα «ασυλία» τους.

Βαγγέλης Ιτέσης


Σπάρτακος 61, Οκτώβρης 2001

Αρχείο Σπάρτακου


https://tpt4.org/?p=2598

There is one comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s