“Ολοκληρωμένος” ιμπεριαλισμός;

Σπάρτακος 39, Νοέμβρης 1994

του Ηλία Αλτίνογλου

Μια κριτική των απόψεων εκείνων που θεωρούν ότι ο ιμπεριαλισμός έχει “ολοκληρωθεί” σε ένα παγκόσμιο διευθυντήριο ενάντια στα έθνη και στους λαούς

Ολοκληρωμένος” ιμπεριαλισμός;


Όταν ο Μπους λάνσαρε το σύνθημά του για μια «Νέα Τάξη» δεν φανταζόταν ίσως ότι θα έβρισκε τόσο σοβαρούς μελετητές για να ασχοληθούν περισπούδαστα με αυτό όσο οι κύριοι από τους συγγραφείς της μπροσουρίτσας «Νέα Τάξη και εργατικό κίνημα». Πολύ μου άρεσαν τα κείμενα. Έχουν μια έντονη δόση χιούμορ τόσο πειστική που θα έλεγε κανείς ότι μοιάζει με τρέλα1.

Ιδιαίτερα οι θεωρητικοί της «οικουμενικής» «ολοκλήρωσης του ιμπεριαλισμού» ή του «καπιταλισμού»2. Η νέα αυτή έκδοση του σούπερ-ιμπεριαλισμού, βέβαια, στο εξής θέλει να διαφέρει από τον εφευρέτη της Κάουτσκι στο ότι θεωρεί εκ των προτέρων και αναγκαστικά πως η «οικουμενική αυτή ολοκλήρωση» είναι γεμάτη «πολέμους και επαναστάσεις»3. Η «λενινιστική», όμως, αυτή νότα περισσότερο έχει σχέση με τη μαοϊκή «κύρια αντίφαση» παρά με τη λενινιστική θεωρία για τον ιμπεριαλισμό:

Οικονομία και πολιτική

Πράγματι, η ανάλυση του ιμπεριαλισμού, σαν «τελευταίο στάδιο του καπιταλισμού», από τον Λένιν προϋποθέτει ότι καμία «ολοκλήρωσή» του δεν μπορεί να υπάρξει, αφού βασίζεται στις διιμπεριαλιστικές αντιφάσεις και συγκρούσεις, έως και συρράξεις και πολέμους και σφαγές. Η λενινιστική ανάλυση, έτσι, δεν βασίζεται σε κανενός είδος μανιχαϊσμό κάποιας «κύριας αντίφασης»: αυτή είναι ο απότοκος της σταλινικής θεωρίας των «δύο στρατοπέδων» και αυτήν είναι που ξαναβρίσκουμε στις αναλύσεις σύμφωνα με τις οποίες οποιαδήποτε σύγκρουση (π.χ. στη Βοσνία) είναι η έκφραση της αντίθεσης ανάμεσα σε «καλούς» και «κακούς»4 (όπου «κακοί» είναι ο –«ολοκληρωμένος»«ιμπεριαλισμός» και «καλοί» είναι όσοι τον αντιπαλεύουν: ο Μιλόσεβιτς, ο Κάρατζις, η «ορθοδοξία», ο ελληνικός εθνικισμός, κ.ο.κ.).

Ασφαλώς, δεν υπάρχει λόγος να έχει a priori δίκιο ο Λένιν. Μπορεί πράγματι να ήταν λαθεμένη η ανάλυσή του και πράγματι ο ιμπεριαλισμός να μην έχει σχέση με τους ανταγωνισμούς των κεφαλαίων και να είναι μόνο μια οικονομική διαδικασία συγκέντρωσης και συγκεντροποίησής του, που στην ολοκλήρωσή της (η οποία υποτίθεται πως έχει ήδη συμβεί «οικουμενικά») να δημιουργεί πράγματι «υπερεθνικά κέντρα εξουσίας» χωρίς «ανταγωνισμούς» (εκτός βέβαια από τον πόλεμό τους ενάντια στους παντός είδους καταπιεσμένους και εκμεταλλευομένους). Όμως, μια τέτοια ανάλυση, πέρα από το ότι για να είχε κάποια σχέση με την πραγματικότητα θα έπρεπε τουλάχιστον να διατυπωθεί πιο μετριοφρόνως σαν τάση, πάσχει στη ρίζα της για δύο τουλάχιστον λόγους:

Ο ένας είναι εμπειρικός: ότι δηλαδή η πραγματικότητα δεν φαίνεται να βαδίζει προς μια παγκόσμια λειτουργικά ενοποιημένη αγορά. Η ίδια η διαδικασία της κρίσης το δείχνει. Και από αυτή την άποψη, δεν υπάρχει λόγος να πιστέψει κανείς κατά γράμμα τις φλυαρίες των καπιταλιστών, π.χ. περί «φιλελευθεροποίησης», και να αγνοήσει την πραγματικότητά τους. Έτσι, χρειάζεται μεγάλη δόση μυωπίας για να πει κανείς ότι «η παγκόσμια αγορά» έχει καταντήσει «ξέφραγο αμπέλι»5. Γιατί, αν η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει πράγματι ανοίξει την αγορά της, αυτό δεν ισχύει καθόλου ούτε για τις ΗΠΑ, ούτε για την Ιαπωνία (ούτε για τη Νότιο Κορέα, κλπ.), και ο λόγος που το εξηγεί δεν είναι μια «οικονομική τάση φιλελευθεροποίησης» αλλά ένας συσχετισμός δυνάμεων, στον οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση, παρότι ισχυρός ιμπεριαλιστικός κρίκος, δεν διαθέτει -ακόμη;- ένα ευρωπαϊκό κράτος και έθνος που να βαραίνει στους διεθνείς ανταγωνισμούς.

Και το τελευταίο μάς οδηγεί στο δεύτερο και πιο ουσιαστικό λόγο: στην ανάλυση των κοινωνικών προϋποθέσεων της καπιταλιστικής παραγωγής και στο ρόλο του κράτους. Η οικονομιστική ανάλυση του ιμπεριαλισμού, τον θεωρεί στην καλύτερη περίπτωση σαν αποτέλεσμα μιας διαδικασίας συσσώρευσης που, επειδή είναι όλο και πιο διεθνική, για αυτό και κονιορτοποιεί και τα εθνικά κράτη και τις εθνικές συνθήκες της παραγωγής. Η οικονομιστική αυτή ανάλυση συμβαδίζει αναγκαστικά και με μια συνωμοσιολατρική πολιτική ανάλυση, γιατί το κράτος έτσι δεν είναι παρά το πολιτικό επιτελείο της αστικής τάξης (μαζί ίσως και με την «ένοπλη συμμορία», όπως την αποκάλεσε βιαστικά ο Ένγκελς)6.

Το πρόβλημα εδώ δεν είναι τόσο ότι έτσι δεν μπορούν να εξηγηθούν οι πολιτικές εξελίξεις (όπως π.χ. η αποτυχία του Μάαστριχτ), όσο κυρίως ότι η εκμετάλλευση θεωρείται σαν αυτόματο, φυσικό, οικονομικό δεδομένο που μόνο προβλήματα φυσικής βίας7 (και άρα και συνωμοσίας8) θέτει, αλλά ότι δεν προϋποθέτει κοινωνικές συνθήκες (εκτός ίσως από απλή προπαγάνδα). Έτσι, το κράτος, «εθνικό» αναγκαστικά, μην έχοντας να στηρίξει συγκεκριμένους καπιταλιστές και συνθήκες, γίνεται είτε μια μηχανή για κατάληψη (κλασική ρεφορμιστική θέση) είτε ένας προμαχώνας αντίστασης «ενάντια στον ιμπεριαλισμό» (κλασική σταλινική θέση της «αντιιμπεριαλιστικής» συμμαχίας) είτε ένα «εμπόδιο στην εφαρμογή μιας παγκόσμιας οικονομικής πολιτικής του ιμπεριαλισμού»9 είτε και μια άνευ ουσίας πραγματικότητα, αφού η «πραγματικότητα» αποφασίζεται στα «άτυπα» «υπερεθνικά» κέντρα10. Ακόμα και τα μεγάλα ιμπεριαλιστικά κράτη δεν έχουν κάποιο ιδιαίτερο βάρος, τουλάχιστον εκτός από τη συμμετοχή της πολιτικοστρατιωτικής τους μηχανής στο διευθυντήριο του «οικουμενικού ιμπεριαλισμού»11.

Το ιμπεριαλιστικό κράτος

Όμως, δεν είναι αλήθεια ότι το κράτος είναι απλώς ένας δευτερεύον μηχανισμός για την καπιταλιστική παραγωγή και αυτό το δείχνουν ακριβώς οι αδυναμίες οικοδόμησης ενός ευρωπαϊκού κράτους. Γιατί δεν είναι οι «οικονομικές συνθήκες» που το εμποδίζουν. Ίσα-ίσα, η διεθνοποίηση του κεφαλαίου είναι άκρως επίκαιρη (όπως εξάλλου ήταν -αν και σε πολύ μικρότερο βαθμό- ήδη από την αυγή του καπιταλισμού, πριν ακόμα και από τις αστικές επαναστάσεις). Ούτε όμως είναι και μια υπερκυριαρχία ενός ηγετικού «εθνικού» ιμπεριαλισμού (π.χ. του αμερικάνικου) που το εμποδίζει, έστω και αν το αμερικάνικο και το ιαπωνικό κράτος πράγματι λειτουργούν κατά πολύ σαν εκπρόσωποι του «εθνικού» τους κεφαλαίου (ενώ τα ευρωπαϊκά μονοπώλια, καθώς λιγότερο βασίζονται στα πιο αδύναμα δικά τους «εθνικά» κράτη, προτιμούν να ακολουθούν μια πολιτική σύνδεσης και συμμαχιών με τα υπερπόντια κεφάλαια, αμερικάνικα και ιαπωνικά). Η βασική δυσκολία προέρχεται από το ότι η καπιταλιστική παραγωγή χρειάζεται συνθήκες νομιμοποίησης που δεν είναι «οικονομικές»: π.χ. πρέπει ο εργαζόμενος να είναι «ελεύθερος» (από τα μέσα παραγωγής) και «ίσος» (δηλαδή κάτοχος εμπορεύματος -της εργατικής του δύναμης). Πράγμα όμως που παραπέμπει σε όλο το νομοθετικό, ιδεολογικό, πολιτιστικό, ιστορικό, πολιτικό πλέγμα και δεν μπορεί να λυθεί με απλή βία ούτε με απλή προπαγάνδα (οσοδήποτε ισχυρές και όσο και σημαντικός να είναι ο ρόλος τους στην οικοδόμηση ενός «έθνους» -δηλαδή ενός καπιταλιστικού κράτους). Η καπιταλιστική αναπαραγωγή χρειάζεται μια «κοινότητα συμφερόντων», μια «εθνική οικονομία», και ένα αντίστοιχο κράτος, σαν προϋπόθεση της παραγωγής, όχι όμως άμεσα για «οικονομικούς» λόγους: ασφαλώς πρόκειται για τη διαχείριση της εργατικής δύναμης, αλλά δεν υπάρχει ομαλός ή αυτόματος τρόπος οι εργαζόμενοι να μετατρέπονται σε απλούς φορείς αξιοποίησης του κεφαλαίου. Η πρωταρχική συσσώρευση του κεφαλαίου έδειξε ότι για να βρεθεί εργατική δύναμη για πούλημα δεν αρκεί ένας οικονομικός εξαναγκασμός, έστω και αν αυτός πρέπει να φαίνεται σαν «αυτονόητος» ή «φυσικός». Για να πάρω ένα πολύ επίκαιρο παράδειγμα, ο άνεργος πρέπει να πιστέψει ότι είναι θύμα «οικονομικών αναγκαιοτήτων» ή έστω των «ξένων» (ή και της δικής του προσωπικής «ανικανότητας»). Και αυτό δεν είναι ούτε η «προπαγάνδα» ούτε η βία που μπορεί να το πετύχει. Είναι η κοινωνική ρύθμιση της αναπαραγωγής που αναλαμβάνει ακριβώς το κράτος, «εθνικό» αναγκαστικά.

Για αυτό και όλες οι αναλύσεις που μεταθέτουν πάνω-κάτω αυτόματα τη διεθνοποίηση του κεφαλαίου σε πολιτικό επίπεδο βλέποντας έναν «οικουμενικό οργουελισμό»12 στην καλύτερη περίπτωση αποτυχαίνουν να δουν και να εξηγήσουν τις πραγματικές εξελίξεις και προβλήματα. Έτσι, εγώ θα διακινδύνευα και μια πιο γερή πρόβλεψη -και νομίζω ότι αυτό ακριβώς εννοούσε και ο Λένιν όταν το χαρακτήριζε σαν «υπερανοησία»-: ότι ένας «σούπερ-ιμπεριαλισμός» δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει, γιατί είναι μια αντίφαση στους ίδιους τους όρους -και όχι μόνο για συγκυριακούς λόγους, ότι δηλαδή δεν έχει «ακόμα» υπάρξει.

Πιο σοβαρή συζήτηση θα ήταν να εξετάσει κανείς αν οι σύγχρονες εξελίξεις βάδισαν προς την υπόθεση του Μπουχάριν, δηλαδή προς ένα γερό ανταγωνιστικό πλέγμα κρατικών καπιταλισμών, δηλαδή προς μια ιμπεριαλιστική δομή μεγάλης σύνδεσης, ή και συγχώνευσης, ανάμεσα στο χρηματιστηριακό και μονοπωλιακό κεφάλαιο και στο κράτος του (τα «κρατικά καπιταλιστικά τραστ») και προς μια αύξηση των διιμπεριαλιστικών συγκρούσεων. Η υπόθεση αυτή του Μπουχάριν, όμως, δεν φαίνεται να επιβεβαιώνεται: πράγματι η διεθνοποίηση του κεφαλαίου, ιδιαίτερα μετά τον Β΄  παγκόσμιο πόλεμο και ιδιαίτερα στην Ευρώπη, έχει έντονα σημάδια αποδέσμευσης από τα εθνικά πλαίσια -και άρα και το κράτος- έστω και αν για αρκετές μερίδες, συνήθως μεσαίων κεφαλαίων, μπορεί πράγματι να υπάρχουν ιδιαίτεροι δεσμοί και απαιτήσεις προστατευτισμού από το εθνικό τους κράτος. Πράγμα που σημαίνει ότι το κράτος κάθε άλλο παρά απλό επιτελείο των «εθνικών» καπιταλιστών στις μεταξύ τους διαμάχες έτεινε να γίνει (ο Μπουχάριν μάλιστα σε κάποια στιγμή παρουσιάζει τους καπιταλιστές σαν «μετόχους» του κράτους τους). Πέρα από την περιγραφή των συγκεκριμένων δεσμών, αυτό που έχει ίσως ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον, από την άποψη μιας θεωρητικής κατανόησης, είναι η δυνατότητα «οργάνωσης» και «προγραμματισμού». Γιατί, αν στην οικονομία που περιγράφει ο Μαρξ, ένας τέτοιος «προγραμματισμός» είναι πάντα μερικός, τμηματικός, σχετικά βραχυχρόνιος και τελικά αντιφατικός [πράγμα που έχει αποκαλεστεί «αναρχία της καπιταλιστικής οικονομίας»], πολλές από τις αναλύσεις για τον ιμπεριαλισμό θεωρούν13 ότι ο καπιταλισμός αποκτάει ικανότητα μεγαλύτερου προγραμματισμού (είτε σαν αρμονική ρύθμιση, είτε σαν ένταξη σε έναν «κρατικό καπιταλισμό», είτε σαν «οικουμενική» ικανότητα για συνομωσίες, είτε σαν -σχετικό- ξεπέρασμα του νόμου της αξίας -από τα «μονοπώλια»). Το πρόβλημα όμως με αυτές τις αναλύσεις είναι, όχι μόνο ότι δεν μπορούν να εξηγήσουν την πραγματικότητα (όπως π.χ. την κρίση ή την αδυναμία «ανάπτυξης» του τρίτου κόσμου), αλλά κυρίως το ότι, για να «κολλήσουν» στην πραγματικότητα καταφεύγουν σε μία υπερπρογραμματισμένη συνωμοσιολατρεία, σύμφωνα με την οποία και τα τελευταία γρανάζια της καπιταλιστικής οικονομίας είναι πάντα το αποτέλεσμα αποφάσεων που παίρνουν τα «υπερεθνικά κέντρα».

«Δεύτερος» και «τρίτος» κόσμος

Αυτό, με τη σειρά του οδηγεί σε μια τελείως παρανοϊκή περιγραφή του ιμπεριαλιστικού κόσμου, ιδιαίτερα στις σχέσεις του με τον λεγόμενο «τρίτο κόσμο», αλλά και με τις τέως «ανατολικές» χώρες. Αυτές αντιμετωπίζονται σαν απλώς χώρος όπου «παρεμβαίνουν» και συνωμοτούν τα διεθνή ιμπεριαλιστικά «κέντρα», κοινώς χωρίς μια εγχώρια κοινωνική δομή που να έχει κάποια σημασία. Αυτό είναι ιδιαίτερα σαφές π.χ. στις αναλύσεις για τη Γιουγκοσλαβία14 και γενικότερα για την κατάρρευση του σταλινισμού, πράγμα ίσως κατανοητό για τη σταλινική απολογητική, αλλά που δεν σώζεται αν προστεθεί μια «τροτσκιστοειδής» σάλτσα για τις ευθύνες της γραφειοκρατίας: γιατί πρέπει να δει κανείς ότι δεν είναι τα ιμπεριαλιστικά στρατεύματα που έριξαν το σταλινισμό, είναι αντίθετα τα εμπορεύματα της παγκόσμιας καπιταλιστικής αγοράς που κατέστησαν την παρασιτική γραφειοκρατία και παρασιτική και ασφυκτική15. Και ναι μεν μια παλινόρθωση του καπιταλισμού είναι μακροπρόθεσμα επιθυμητή για το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, αλλά θα ήταν τουλάχιστον παραπλανητική μια ανάλυση που θα έλεγε ότι οι ιμπεριαλιστικές χώρες αντλούν ζωτικές δυνάμεις από τις χώρες αυτές. Όπως το δείχνει και η γερμανική ενοποίηση, κατά πολύ οι «ανατολικές» χώρες προς το παρόν περισσότερο αποτελούν βάρος και θέτουν «προβλήματα» ακόμα και στις ιμπεριαλιστικές χώρες, παρά αποτελούν διέξοδο για κεφάλαια και εμπορεύματα ή και για άντληση πόρων. Άλλωστε το κύριο «συγκριτικό τους πλεονέκτημα», που ήταν το υψηλό επίπεδο της εργατικής δύναμης, έχει κατά πολύ διασπαθιστεί μετά από πέντε χρόνια γερής κοινωνικής αποδιοργάνωσης. Αν πράγματι υπήρχε ένα «διεθνές ιμπεριαλιστικό κέντρο» που όλα να τα προβλέπει και να τα οργανώνει, τότε αυτό θα ήταν ιδιαίτερα ανόητο: ασφαλώς ο κάθε ιμπεριαλισμός προσπαθεί να «βάλει πόδι» στα τμήματα της τέως Γιουγκοσλαβίας, αλλά κανένας «ανθοφόρος» σοσιαλισμός και κανένας ιδιαίτερα εύφορος καπιταλισμός δεν απειλούσε την παγκόσμια ιμπεριαλιστική τάξη ξεπεταγόμενος από την ενιαία Γιουγκοσλαβία. Χειρότερα, αυτή η «τάξη» όχι μόνο βαρύνεται με πρόσθετα έξοδα διαχείρισης της «γιουγκοσλαβικής κρίσης», αλλά και επιπλέον απειλείται από πιο βαθιές κοινωνικές ρωγμές από αυτήν, τόσο εξαιτίας της «αστάθειας» στα Βαλκάνια όσο και εξαιτίας της μετανάστευσης και της διάλυσης της αγοράς που μπορούσε να αποτελέσει μια ενιαία Γιουγκοσλαβία.

Προς την ίδια κατεύθυνση πρέπει να γίνει και η οποιαδήποτε καταγραφή των σχέσεων με το λεγόμενο «τρίτο κόσμο». Ασφαλώς, εξορισμού ο ιμπεριαλισμός θέλει να τον «δυναστεύει» και να τον «καταληστεύει». Όμως, αυτό δεν αποτελεί συγκεκριμένο πρόγραμμα, γιατί δεν είναι η σαδιστική μανία που αποτελεί την κινητήρια δύναμη του καπιταλισμού. Είναι το κέρδος. Και, από την άποψη αυτήν, η δεκαετία του ογδόντα είναι αποκαλυπτική: όχι μόνο αυξήθηκε η διεθνοποίηση του κεφαλαίου16, αλλά και έτεινε να περιοριστεί στον καπιταλιστικά αναπτυγμένο κόσμο. Στην Αφρική, η τάση αυτή είναι πολύ πιο έντονη, αλλά ενυπάρχει και στις άλλες ηπείρους. Οι εξαγωγές κεφαλαίου προς τον τρίτο κόσμο παρέμειναν στάσιμες, αν δεν περιορίστηκαν, εκτός από τις τοποθετήσεις σε κινητές αξίες και σε «αποκρατικοποιήσεις» -που όμως ήταν και είναι άκρως κερδοσκοπικές-, και οι μετατοπίσεις εργοστασίων αφορούν κυρίως το εσωτερικό των ιμπεριαλιστικών μητροπόλεων και δευτερευόντως τον τρίτο κόσμο. Και μάλιστα -λόγω «αποπληρωμής» του χρέους- οι ροές κεφαλαίου πήραν κυρίως την κατεύθυνση από Νότο προς Βορρά, και όχι το αντίστροφο. Ασφαλώς, είναι μια πρόσθετη καταλήστευση του τρίτου κόσμου που πρέπει επίσης να συνδεθεί και με τις πολιτικές εξαγωγικού προσανατολισμού (σαν διαδικασία υποτιθέμενης «ανάπτυξης») που πάνω-κάτω παντού επιβλήθηκαν (έναντι του προηγούμενου μοντέλου της «υποκατάστασης των εισαγωγών»). Και ασφαλώς το μοντέλο αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει μοντέλο «ανάπτυξης»17, τουλάχιστον γενικό -έστω και μόνο για αριθμητικούς λόγους, αφού οι αγορές των ιμπεριαλιστικών χωρών είναι δεδομένες- ακόμα λιγότερο και από την «υποκατάσταση των εισαγωγών» (που και αυτή είχε σκοντάψει στο ότι ο κύκλος της αναπαραγωγής δεν μπορούσε να κλείσει στο εσωτερικό των «αναπτυσσόμενων» χωρών, κυρίως από τη μη παραγωγή μέσων παραγωγής). Όμως, δεν είναι αλήθεια ότι π.χ. η Κορέα, που γνώρισε με αυτό το μοντέλο μια πραγματική ανάπτυξη, δεν έκανε παρά να ακολουθήσει τις διαταγές ενός παγκόσμιου διευθυντηρίου. Και κυρίως δεν μπορούμε να αναλύσουμε την εξέλιξη στις χώρες αυτές χωρίς να πάρουμε υπόψη το γεγονός ότι το ιμπεριαλιστικό σύστημα έχει ήδη εισβάλει, όχι στρατιωτικά, αλλά με την επιβολή κοινωνικών δομών που είναι ποικιλόμορφα δεμένες με τοπικά και διεθνή συμφέροντα.

Το βάρος που έχει ο τρίτος κόσμος στην παγκόσμια ιμπεριαλιστική δομή, έτσι, μειώθηκε στη δεκαετία του ογδόντα, πράγμα που δείχνει ακριβώς ότι δεν αποτελεί τον κύριο κορμό τροφοδότησης του καπιταλισμού. Αυτός εξακολουθεί να παράγει το βασικό μέρος της υπεραξίας του μέσα στα ίδια τα ιμπεριαλιστικά κέντρα και τα προβλήματα ύφεσής του δεν μπορούν να λυθούν με απλή μετάθεση εμπορευμάτων και κεφαλαίων προς τα έξω (αν μπορούσε ποτέ να γίνει αυτό). Χωρίς αυτό, βέβαια, να σημαίνει ότι η παγκόσμια καπιταλιστική αγορά δεν αποτελεί σκάνδαλο και έγκλημα για τον τρίτο κόσμο: γιατί το ίδιο το γεγονός ότι το βάρος του στην καρδιά της καπιταλιστικής συσσώρευσης μειώνεται τον καθιστά ακόμα περισσότερο ευάλωτο. Απόδειξη άλλωστε για αυτό είναι ότι καμία αναπτυξιακή διαδικασία ανάλογη με της Αργεντινής ή της Βραζιλίας στο προηγούμενο κύμα ύφεσης (κυρίως στη δεκαετία του ’30), δεν μπόρεσε να ξεκινήσει μετά τη νέα κρίση του ’74. Έτσι, δεν είναι στις «συνωμοσίες» για τον «έλεγχο των λαών» του τρίτου κόσμου που ο καπιταλισμός ευελπιστεί να βρει (αν βρει) ένα νέο καθεστώς αναπτυξιακής του τάσης, μετά από το μακρύ κύμα ύφεσης που ξεκίνησε στη δεκαετία του ’70. Είναι στο κέντρο των ιμπεριαλιστικών μητροπόλεων που διακυβεύεται το μέλλον του (και, ασφαλώς, από μια άλλη σκοπιά, και μέσα στις αποικιακές ή νεο-αποικιακές χώρες τίθενται τα ζητήματα αναπροσανατολισμού προς την ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών έναντι της κερδοφορίας του κεφαλαίου και της συσσώρευσης ιδιωτικού πλούτου).

Αυτό είναι σημαντικό, γιατί η συνωμοσιολατρεία συγκλίνει με μια πολύ προβαλλόμενη θέση στις ιμπεριαλιστικές μητροπόλεις, σύμφωνα με την οποία ο τρίτος κόσμος είναι που «φταίει» για την «κρίση» ή την ανεργία, επειδή ο ανταγωνισμός του, μέσα από τους χαμηλούς μισθούς τους, τον καθιστά πιο «αποδοτικό», κλπ. Αυτή είναι μια τελείως ανακριβής θέση, γιατί ακριβώς το βάρος του τρίτου κόσμου στο παγκόσμιο εμπόριο και στην αγορά έχει μειωθεί, και όχι αυξηθεί -έστω και αν μπορεί πάντα να βρει κανείς ορισμένα προϊόντα ή και κλάδους για τα οποία φαινομενικά να υπάρχει κάποιος τέτοιος «ανταγωνισμός»-, πράγμα που επιβεβαιώνεται και από την πολύ χαμηλή μεταφορά εργοστασίων προς τον τρίτο κόσμο. Η τελμάτωση έτσι δεν είναι το αποτέλεσμα ούτε μιας συνωμοσίας των ιμπεριαλιστικών χωρών ούτε, βέβαια, μιας αντίστροφης συνωμοσίας των «βαρβάρων» ενάντια σε μια «πολιτισμένη» δύση.

Το ιμπεριαλιστικό έθνος

Το ιμπεριαλιστικό σύστημα είναι το ίδιο ένα σύστημα παγκόσμιο, αλλά καθόλου «ολοκληρωμένο». Ίσα-ίσα είναι βαθιά ιεραρχημένο και με άνισες στρωματώσεις μέσα σε κάθε χώρα18. Πράγμα που αποτελεί και την πεμπτουσία της θεωρίας για την άνιση και συνδυασμένη ανάπτυξη (του Τρότσκι) μαζί με το πολιτικό συμπέρασμα για τη διαρκή επανάσταση. Γιατί, αν καμία διαταξική συμμαχία δεν μπορεί να δώσει λύση στο πρόβλημα του τρίτου κόσμου (αντίθετα από τις σταλινικές θεωρίες), αυτό οφείλεται στο ότι ο ιμπεριαλισμός δεν είναι απλώς μια π.χ. αμερικάνικη στρατιωτική μηχανή, αλλά ένα ολόκληρο πλέγμα που έχει βάσεις και συνενοχές στην ίδια την κοινωνική δομή των εξαρτώμενων χωρών. Με αυτή την έννοια, ο ιμπεριαλισμός είναι «στάδιο» του καπιταλισμού και όχι απλώς η πολιτική του ή στρατιωτική του επιθετικότητα, έστω και αν καμιά φορά με τη λέξη «ιμπεριαλισμός» μερικοί περισσότερο αναφέρονται στο δεύτερο: η κοινωνική του δομή και η λειτουργία του σαν καπιταλισμός παραμένει.

Για να πάρουμε το πιο κοντινό μας παράδειγμα, την Ελλάδα, ακόμα και η σταλινική θεωρία έχει πάψει να μιλάει για «αστικοτσιφλικάδικη» κοινωνία και κανείς δεν μπορεί να την θεωρήσει σαν μη καπιταλιστική χώρα. Ασφαλώς, υπάρχει το νέο ρεφορμιστικό κόλπο να παρουσιάζεται ο ελληνικός καπιταλισμός σαν «κακόμοιρος»,19 κλπ. Το πρόβλημα είναι ότι κάτω από τη θεωρία της «ολοκλήρωσης», ο ελληνικός καπιταλισμός πρέπει να παρουσιαστεί σαν υποταγμένος, ανεξάρτητα από το τί ο ίδιος κάνει (κάπως όπως όταν έλεγε ο Μπρεχτ «δεν μας αρέσει ο λαός, αλλάζουμε λαό»). Έτσι, η οποιαδήποτε αντίθεσή του με τις «μεγάλες δυνάμεις» παίρνει αναγκαστικά τις διαστάσεις μιας «αντίστασης» στον ιμπεριαλισμό. Και, αντίστροφα, οποιαδήποτε σύμπλευση μαζί τους, παίρνει τις διαστάσεις μιας υποταγής. Έχοντας όμως έτσι αποκλείσει εκ των προτέρων τη δυνατότητα ο καπιταλισμός αυτός να έχει μια πραγματική, υλική ύπαρξη, με συγκεκριμένα συμφέροντα ή στρατηγική.

Και εδώ βρίσκεται ένα ουσιαστικό ζήτημα που καθορίζει τη στάση των μεν και των δε, όχι σε ένα δευτερεύον θέμα, αλλά σε κάτι που το ξαναβρίσκουμε στα βασικά θέματα της πάλης των τάξεων στην Ελλάδα. Είναι το θέμα του εθνικισμού, είτε όπως αυτό παρουσιάζεται σε σχέση με την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, είτε στις πρακτικές απέναντι στον πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία, είτε στο θέμα της μετανάστευσης και των Αλβανών εργατών, είτε στα θέματα των μειονοτήτων στην Ελλάδα. Ασφαλώς, δεν μπορούμε εδώ να ξαναπιάσουμε όλες τις αναλύσεις για τον εθνικισμό γενικά και τον ελληνικό εθνικισμό ειδικότερα20. Μπορούμε όμως να πούμε ότι και σε αυτό ο Λένιν παραμένει επίκαιρος στα τρία στοιχεία (στα οποία οι συγγραφείς της μπροσούρας τον θεωρούν ακριβώς ξεπερασμένο):

1) Το έθνος είναι μια καπιταλιστική κατασκευή, όχι μόνο πολιτιστική ούτε οικονομική, αλλά κυρίως πολιτική. Έχει σχέση με το αστικό κράτος, που για να εξασφαλίσει τις κοινωνικές συνθήκες αναπαραγωγής πρέπει να επιβάλει την «κοινότητα συμφερόντων» ανάμεσα σε εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους, δημιουργώντας την εθνική ομοιογένεια, δηλαδή εξαφανίζοντας ή καταπιέζοντας κάθε εθνική ή πολιτιστική διαφορά21.

2) Υπάρχει μια βασική διαφοροποίηση που πρέπει να γίνει ανάμεσα σε έθνος που καταπιέζει και έθνος που καταπιέζεται. Αυτές δεν είναι «ουσίες», γιατί κάθε έθνος-κράτος τείνει να καταπιέσει τις εθνικές μειονότητες της επικράτειάς του (π.χ. οι Έλληνες στην Ελλάδα καταπιέζουν τους Σλαυομακεδόνες και τους Αρβανίτες, ενώ οι Αλβανοί στην Αλβανία καταπιέζουν ενδεχομένως τους Έλληνες). Και το εργατικό κίνημα πρέπει να πάρει ανεπιφύλακτα το μέρος των καταπιεσμένων, ιδιαίτερα το τμήμα του που «ανήκει» στο έθνος που καταπιέζει.

3) Η υποστήριξη των καταπιεσμένων δεν γίνεται (μόνο) για λόγους ηθικής22, αλλά κυρίως για λόγους πολιτικής αποτελεσματικότητας: πράγματι, καθώς ο σοσιαλισμός δεν μπορεί να είναι παρά έργο των ίδιων των εργαζομένων, δηλαδή και έργο των εθνικά καταπιεσμένων πληθυσμών, για αυτό δεν αρκεί μια πολιτιστική διακήρυξη για «ίσα δικαιώματα», αλλά χρειάζεται η πολιτική εξασφάλιση ότι ο κάθε πληθυσμός μπορεί ελεύθερα να αποφασίζει για το μέλλον του. Συγκεκριμένα, χρειάζεται η εξασφάλιση ότι οι πληθυσμοί μπορούν να αυτοπροσδιορίζονται πλήρως (έως και να ιδρύουν ξεχωριστά κράτη). Μόνο μια τέτοια εξασφάλιση μπορεί να ξεπεράσει στην πράξη (και όχι απλώς στις διακηρύξεις) τις επιφυλάξεις και καχυποψίες που οι εθνικές καταπιέσεις έχουν συσσωρεύσει.

Ηλίας Αλτίνογλου

Σπάρτακος 39, Νοέμβρης 1994


Σημειώσεις

1Με αποκορύφωμα ασφαλώς το τελευταίο άρθρο (αν και δεν κατάλαβα για την «περίφημη» καπιταλιστική διείσδυση στα Βαλκάνια, αν έχει ή όχι κάποια σημασία;!).

2Είναι αλήθεια ότι η μπροσούρα δεν θέλει να είναι «ομοιογενής». Έτσι, για παράδειγμα, υπάρχει το κείμενο του Σωφρ. Παπαδόπουλου, που εξηγεί ακριβώς το αντίστροφο της «ολοκλήρωσης», αφού μιλάει για «την κρίση στην οποία βυθίζεται όλο και πιο πολύ το σύστημά τους» [των ιμπεριαλιστών] (σελ.35) και για «οξύτατο ενδοϊμπεριαλιστικό ανταγωνισμό» (σελ.37). Άποψη αντίθετη από τις απόψεις που συζητάμε εδώ, αλλά μειοψηφική στην μπροσούρα, και επίσης προβληματική, τουλάχιστον όσο δεν διευκρινίζεται η «κρίση». Γιατί πρέπει τουλάχιστον να εξηγηθεί η φαινομενική και «συγκυριακή» ευρωστία του καπιταλισμού και σε όρους όχι συνωμοτικούς, αν δεν θέλουμε να πέσουμε σε ανάλογα προβλήματα με αυτά στα οποία πέφτει η θεωρία της «ολοκλήρωσης».

3Αν και ο Μ.Τούμπανης θεωρεί ότι η διαφορά του με τον Κάουτσκι δεν βρίσκεται ούτε καν σε αυτό το σημείο: βρίσκεται στο ότι ο Κάουτσκι είχε θεωρήσει τον «υπεριμπεριαλισμό» σαν επίκαιρο για την εποχή του, πράγμα που είναι «υπερανοησία», γιατί τότε ήταν απλώς μια «τάση». Ενώ σήμερα «εξίσου αποπροσανατολιστικό είναι να μιλάει κανείς για εθνικές αστικές τάξεις, εθνικό συμφέρον και ανταγωνισμούς για σφαίρες επιρροής».

4«[Στην εποχή μας] δεν διεξάγονται πόλεμοι μεταξύ των ιμπεριαλισμών αλλά πόλεμοι ταξικοί από μια χούφτα ενωμένων (sic) ιμπεριαλιστικών δυνάμεων ενάντια στην παγκόσμια εργατική τάξη και τους λαούς όλου του κόσμου» (σελ. 24). «Βρισκόμαστε στη φάση της αντιπαράθεσης και της σύγκρουσης συστήματος με σύστημα κι όχι των ενδοϊμπεριαλιστικών πολέμων», αν και ο τελευταίος, πιο σεμνά, αναγνωρίζει ότι «δεν μπορεί κανείς ν’αποκλείσει τη μετατροπή του ενδοϊμπεριαλιστικού οικονομικού πολέμου και σε στρατιωτικό» (σελ.42).

5σελ.20.

6Τουλάχιστον το ιμπεριαλιστικό κράτος. Γιατί, σύμφωνα με τους οπαδούς της «ολοκλήρωσης», η αναγέννηση του εθνικισμού και άρα εθνικών κρατών όπως του Κάρατζιτς μπορεί να εκφράζει την «αντίσταση στον ιμπεριαλισμό». Σε κάθε περίπτωση πάντως έχουμε τα κράτη και τις χώρες να αποτελούν σαν τέτοια εκφράσεις τάξεων, κατά το πρότυπο των τριτοκοσμικών θεωριών ή κατά το πρότυπο των σταλινικών αντιλήψεων για τις «προοδευτικές» χώρες.

7«Η Νέα Τάξη Πραγμάτων είναι πράγματι (…) μια γιγαντιαία στρατιωτική επίδειξη νέας τεχνολογίας εξόντωσης πληθυσμών» (σελ.48).

8«Η απόφαση [για τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας] είχε ληφθεί προηγούμενα (1991) από τη Λέσχη Μπίλντεμπεργκ» (σελ.12).

9σελ.20.

10σελ. 10,13.

11«Στη θέση των μεγάλων δυνάμεων έχουν μπει οι υπερεθνικές εξουσίες. Τις εξουσίες αυτές πραγματοποιούν συνελεύσεις οργάνων άτυπων, μη ελεγχόμενων ούτε καν από το διεθνή τύπο, που συνέρχονται σε μυστικές συνόδους απροειδοποίητα και ανεξέλεγκτα» (σελ.10). «Η ιμπεριαλιστική ολοκλήρωση έχει ήδη αποκτήσει τη δική της άτυπη παγκόσμια πολιτική εξουσία στην εκτελεστική υπηρεσία της οποίας βρίσκονται και οι ‘ισχυρότερες’ κυβερνήσεις της υφηλίου, όπως των ΗΠΑ, της Γερμανίας και της Ιαπωνίας» (σελ.13). «Η νέα αναδιάρθρωση δημιουργείται σύμφωνα με τα δεδομένα των ‘δυνατών’ κρατών που υπερισχύουν σε υπερεθνικές εταιρίες» (σελ.49).

12Ασφαλώς, δεν έχω αμφιβολίες ότι οργουελικά στοιχεία έχει πράγματι το σύγχρονο αστικό κράτος. Όμως, ακριβώς αυτό δεν πρέπει να το δούμε μεταφορικά (σαν ένα παγκόσμιο επιτελείο), αλλά κυριολεκτικά: το πραγματικό, υλικό, εθνικό κράτος με τους μηχανισμούς του π.χ. παρακολούθησης.

13Κάουτσκυ, Μπουχάριν, σταλινική θεωρία του «κρατικο-μονοπωλιακού καπιταλισμού», οπαδοί της «ολοκλήρωσης του ιμπεριαλισμού» -αν και από διαφορετικές σκοπιές.

14«Οι ιμπεριαλιστές σεν μπορούν παρά (sic) να προκαλέσουν τον πόλεμο και την εμφύλια διαμάχη στις χώρες που θεωρούν πρόσφορες για τη στερέωση των οικουμενικών τους συμφερόντων» (σελ.28). Υποθέτω ότι εκεί όπου δεν υπάρχει «πόλεμος και εμφύλια διαμάχη» είναι χώρες που δεν είναι «πρόσφορες»;! Αυτή η σταλινοειδής ανάλυση για τη Γιουγκοσλαβία, σύμφωνα με την οποία οι (τέως) Γιουγκοσλάβοι είναι απλώς τα πιόνια «ιμπεριαλιστικών κέντρων» είναι κυρίαρχη στην Ελλάδα και δεν χρειάζεται μεγαλύτερη παρουσίαση.

15Ο Τρότσκι το είχε άλλωστε προβλέψει, όταν έγραφε ότι «η επέμβαση των καπιταλιστικών εμπορευμάτων με χαμηλές τιμές θα είναι πολύ πιο επικίνδυνη» από την επέμβαση των «καπιταλιστικών στρατευμάτων» (Προδομένη Επανάσταση).

16Ενδεικτικά: το παγκόσμιο εμπόριο αυξήθηκε σχεδόν δύο φορές πιο γρήγορα απ’ό,τι το σύνολο των εθνικών αγορών.

17Αν μπορεί να ονομαστεί «ανάπτυξη» η προσπάθεια διατήρησης και διεύρυνσης «συγκριτικών πλεονεκτημάτων», που στην ουσία είναι οι άθλιοι μισθοί και συνθήκες και που εξορισμού αποκλείουν την ανάπτυξη μιας ενδογενούς αγοράς που θα μπορούσε κάποτε (έστω υποθετικά) να δώσει μια δυναμική ανάπτυξης μέσα από την ικανοποίηση τοπικών αναγκών.

18Μόνο για την ανόητη αυτή θεωρία της «ολοκλήρωσης» δεν έχει μεγάλη σημασία η «νέα νομενκλατούρα», στη Ρωσία, και οι «μαφιόζικες ένοπλες συμμορίες» που «κυκλοφορούν με απαστράπτουσες λιμουζίνες» και «ζουν πλούσια ζωή», αφού αυτό «δεν δικαιολογεί να τους κατατάξει κάποιος σε ενιαία κοινωνική τάξη – αντίπαλο της ενιαίας εργατικής τάξης» (σελ.53). Λες και η αστική τάξη ξεπετάγεται στην ιστορία με σμόκιν!

19Μερικοί μάλιστα φαίνεται ότι θεωρούν το δυναμισμό ενός κεφαλαίου με βάση το γούστο τους για την αξία χρήσης που παράγει. Έτσι, μπορεί να ειρωνεύονται: Στη Βουλγαρία «μάλιστα στα παγωτά είμαστε… πρώτοι (το καλοκαίρι!)» (σελ.54).

20Παραπέμπουμε στα προηγούμενα τεύχη του Σπάρτακου.

21Αντίθετα, για τους συγγραφείς της μπροσούρας το «εθνικό κράτος» «επιβιώνει κυρίως χάρη στα έθνη, χάρη στα συμφέροντα και τις ανάγκες των λαών και αποτελεί εμπόδιο στην εφαρμογή μιας παγκόσμιας οικονομικής πολιτικής του ιμπεριαλισμού» (σελ.20). Για αυτό και «στη νέα πραγματικότητα το εθνικό συμφέρον και το εθνικό κράτος υποβαθμίζονται» (σελ.21). Για το τελευταίο, καλά θα έκανε ο συγγραφέας να κοιτάξει καλύτερα τί συμβαίνει γύρω του!

22Δεν πρέπει να υποτιμήσουμε αυτή την ηθική διάσταση, ακόμα περισσότερο που διαβάζοντας τη μπροσούρα εγώ τουλάχιστον τρόμαξα: η ευκολία με την οποία γίνονται τα πιο ετερόκλητα αμαλγάματα, η άνεση με την οποία αποδίδονται υποτιθέμενες απόψεις σε ανθρώπους που δεν τις έχουν (π.χ. Μαντέλ, Πάμπλο, Τσουκαλά, κλπ.) -μέθοδος βέβαια κλασική από τότε που ο Στάλιν επικράτησε στη Ρωσία-, πρέπει να μας κάνει να δούμε ότι το βάρος του σταλινισμού ήταν πολύ πιο γερό από αυτό που είχαμε υποθέσει και ότι χρειάζεται μια γερή επαναστατική και φρέσκια άνοδος ενός κινήματος που να ξανα-ιδιοποιηθεί τις «στοιχειώδεις» αρχές της εντιμότητας και της αλήθειας σαν επαναστατικές αρχές.


“Ολοκληρωμένος” ιμπεριαλισμός;

There is one comment

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s