Η «ιαπωνοποίηση» της διαδικασίας της εργασίας

Σπάρτακος 31, Σεπτέμβρης – Δεκέμβρης 1991


«ΙΑΠΩΝΟΠΟΙΗΣΗ»

Γύρω από τις σύγχρονες αναδιοργανώσεις της διαδικασίας της εργασίας

Την τελευταία δεκαετία ζήσαμε ένα κύμα αναδιοργάνωσης της εργασίας σε  όλες σχεδόν τις χώρες της Δ. Ευρώπης και της Β. Αμερικής. Την αναδιοργάνωση  αυτή, που είχε σαν πρότυπο την ιαπωνική οργάνωση εργασίας εξετάζει στο άρθρο του αυτό ο Λ. Μαϊτάν. Το άρθρο αυτό γράφτηκε σαν εισαγωγή σε μια σειρά άρθρων για το ίδιο ζήτημα που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Quatrieme Internationale».

Livio MAITAN

Η δεκαετία του ’80 σημαδεύεται από την επίθεση του μεγάλου κεφαλαίου και των πολιτικών του εκπροσώπων, πρώτα και κύρια στις εκβιομηχανισμένες καπιταλιστικές χώρες. Σημειώνεται ιδιαίτερα η περίπτωση του ρηγκανισμού και του θατσερισμού, σαν προωθημένες πτέρυγες του συντηρητικού μπλόκ. Αλλά είχαμε μεγάλες επιθέσεις ενάντια στις κοινωνικές κατακτήσεις και στα δημοκρατικά δικαιώματα της εργατικής τάξης και στις χώρες που κυβερνιόνταν από κυβερνήσεις συνασπισμού (απ’ τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι εκείνο της Ιταλίας που κυβερνιέται απ’ το μπλόκ Χριστιανοδημοκρατίας – Σοσιαλιστικού κόμματος). Η εικόνα δεν ήταν ιδιαίτερα διαφορετική σε χώρες όπου την κυβέρνηση είχαν σοσιαλιστικά κόμματα, μόνα ή με συνεργάτες με διακοσμητικό ρόλο (είναι η περίπτωση της Γαλλίας και του Ισπανικού κράτους).

Στη δεκαετία αυτή γνωρίσαμε αναδομήσεις και αλλαγές στην οργάνωση της εργασίας. Σχεδόν παντού είχαμε βαθιές μεταβολές, αν και δεν ξεκίνησαν και δεν μπορούσαν να ξεκινήσουν ταυτόχρονα σε όλες τις χώρες. Κι άλλες μεταβολές γίνονται ή έχουν αναγγελθεί για το κοντινό μέλλον.

Οπως ξέρουμε, οι απολογητές του καπιταλισμού εκμεταλλεύθηκαν αυτές τις μεταβολές και ιδιαίτερα τις συνέπειες που είχαν στις μεγάλες επιχειρήσεις για να «αποδείξουν» ότι η εργατική τάξη, σαν τέτοια, εξαφανίστηκε ή είναι στο δρόμο για τη γρήγορη εξαφάνισή της. Οτι δεν υπάρχουν πια παρά ατομικοποιημένοι εργάτες η βαθιά διαφοροποιημένες, δηλαδή αντιμαχόμενες, κατηγορίες εργαζομένων και ότι, σε τελευταία ανάλυση, εργάτες, διευθυντές και ιδιοκτήτες έχουν εξίσου συμφέρον να εξασφαλίσουν την ανάπτυξη της «δικής τους» επιχείρησης και να εκτοπίσουν τους ανταγωνιστές της, σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο. Τα γεγονότα του 1989 στην Α. Ευρώπη και η κρίση στην ΕΣΣΔ, έδωσαν επιπλέον επιχειρήματα σ’ αυτή την πολιτική επίθεση που βρήκε απήχηση, ακόμα και σε πλατιά στρώματα εργαζομένων και μέσα στο οργανωμένο εργατικό κίνημα. Αυτό έγινε αναπόφευκτο και απο το γεγονός ότι τόσο οι συνδικαλιστικές οργανώσεις όσο και τα κόμματα της αριστεράς όχι μόνο δεν έκαναν ό,τι μπορούσαν να κάνουν – ή τουλάχιστον δεν προσπάθησαν να κάνουν – για να απαντήσουν στην αντιδραστική επίθεση, αλλά, αντίθετα, υποχώρησαν με καταστροφικό τρόπο αποδεχόμενοι, στα βασικά τους σημεία, τα επιχειρήματα και τα ιδεολογικά μυθεύματα των κυρίαρχων τάξεων και των εκφραστών τους (και πρώτα-πρώτα την άποψη ότι έπρεπε να «αναδομηθούν» για να γίνουν ανταγωνίσιμοι).

Για μας, το βασικό σημείο δεν μπορεί να είναι παρά η ανάλυση αυτού που πραγματικά συνέβη, της πραγματικής έκτασης των τεχνολογικών ανανεώσεων και της αναδιοργάνωσης της εργασίας στη διάρκεια των τελευταίων 10 με 15 ετών. Αυτό δεν σημαίνει οτι δεχόμαστε εξηγήσεις μονόπλευρες, που αποδίδουν τα πάντα σε μια αιτία. Απορρίπτουμε κάθε εξήγηση σύμφωνα με την οποία τα μεγάλης σημασίας γεγονότα, στα οποία αναφερθήκαμε, είναι κύρια ή και αποκλειστικά αποτέλεσμα των τεχνολογικών ανανεώσεων ή των νέων μορφών οργάνωσης της εργασίας. Πρέπει, αντίθετα, να καταλάβουμε οτι υπάρχει ένας συνδυασμός ή μια σύγκλιση, με ποικίλες μορφές, διαφόρων παραγόντων.

Πιο συγκεκριμένα, δεν πρέπει να ξεχνάμε, πρώτον, ότι το μεγάλο κύμα αναδιάρθρωσης αρχίζει περίπου, στα τέλη της δεκαετίας του 70, δηλαδή την επαύριο της κρίσης του 1974 – 75 που έβαλε οριστικά τέλος στην έκρηξη ανάπτυξης της μεταπολεμικής περιόδου και άνοιξε μια φάση παρατεταμένης στασιμότητας (δεν είναι χωρίς σημασία το να υπενθυμίσουμε εδώ ότι, παρόλες τις προσπάθειες του παγκόσμιου κεφαλαίου και των κυβερνήσεων των «πλούσιων χωρών» και παρά το «θάψιμο του κομμουνισμού», η φάση αυτή απέχει πολύ απ’ το τέλος της, περισσότερο από 15 χρόνια μετά το ξεκίνημά της). Δεύτερον, ότι για να πραγματοποιηθούν πράγματι οι αναδομήσεις, ιδιαίτερα στις χώρες που γνώρισαν οξείες κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις, ήταν αναγκαίο να υποστεί σοβαρές ήττες η εργατική τάξη ή ορισμένοι απο τους τομείς – κλειδιά της.

Κύρια τα τελευταία χρόνια, η ανάγκη «ιαπωνοποίησης» των τεχνολογιών και της βιομηχανικής οργάνωσης επαναλαμβάνεται διαρκώς σχεδόν παντού. Πρώτα στις ΗΠΑ και μετά σε διάφορες χώρες της Δυτικής Ευρώπης, ακόμα και ορισμένα απο τα ισχυρότερα βιομηχανικά συγκροτήματα αισθάνθηκαν την ανάγκη να μελετήσουν την Ιαπωνική εμπειρία και προσπάθησαν ή προσπαθούν να μεταφυτεύσουν μέσα τους αντιλήψεις και μεθόδους που έκαναν θαύματα στη χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου.

Θα ήταν λογικό να επιμείνουμε στις ιδιαιτερότητες της ιαπωνικής διαδικασίας που, άλλωστε, ξεκίνησε εδώ και πολλές δεκαετίες. Αλλά, απο μεθοδολογική άποψη, πρέπει να πούμε οτι πολλοί παράγοντες επίδρασαν και στην Ιαπωνία επίσης. ‘Οπως σημειώνει στο βιβλίο του «Ανάποδη σκέψη: εργασία  και οργάνωση στην ιαπωνική επιχείρηση» ο Benjamin Coriat, στην Ιαπωνία είναι οι μεταπολεμικές συνθήκες (μαζική καταστροφή του οικονομικού μηχανισμού, αρκετά περιορισμένη εσωτερική αγορά κλπ.) που βρίσκονται στη βάση αυτού που ακολούθησε. Δεν πρέπει να υποτιμηθεί η σημασία των αλλαγών που εισήγαγε αυτό που συμβολικά ονομάστηκε σύστημα Τογιότα, που είναι συγκρίσιμες με τις μεταβολές που προκάλεσαν στην εποχή τους ο τεϊλορισμός και ο φορντισμός. Ούτε πρέπει να ελαχιστοποιήσουμε τις ιδιαιτερότητες του Ιαπωνικού βιομηχανικού συστήματος στο σύνολό του (όπου, για παράδειγμα, οι μεγάλες επιχειρήσεις καταφεύγουν πολύ περισσότερο σε υπεργολάβους απο κάθε άλλη βιομηχανική χώρα).(1) Αλλά είναι αναγκαίο να υπενθυμίσουμε ότι και άλλοι παράγοντες επίδρασαν τόσο στο οικονομικό όσο και στο κοινωνικοπολιτικό πεδίο. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το 1950, η ιαπωνική βιομηχανία βοηθήθηκε πολύ απο τις μαζικές παραγγελίες που είχαν σχέση με τον πόλεμο της Κορέας και ότι, την ίδια χρονιά, η μεγάλη απεργία στην Τογιότα κατέληξε σε ήττα, την πρώτη απο μια ολόκληρη σειρά που χτύπησε βαθιά την εργατική τάξη.(2) Αυτές ακριβώς οι ήττες είναι που ευνόησαν, ειδικότερα, τη μετατροπή των συνδικαλιστικών οργανώσεων απο ισχυρά συνδικάτα σε σωματεία ανα επιχείρηση που κατευθύνονται απο την εργοδοσία και, γενικότερα, την ενσωμάτωση των εργαζομένων και κύρια εκείνων στις μεγάλες επιχειρήσεις.

Δεν μπορούμε εδώ να προχωρήσουμε σε ανάλυση των ιδιαίτερων συνθηκών της ιαπωνικής εργατικής τάξης, των ορίων των κοινωνικών της κατακτήσεων, των συνεπειών των ιδιαίτερων μορφών βιομηχανικής οργάνωσης στο σύνολο της κοινωνίας.(3) Θέλουμε όμως να υπογραμμίσουμε οτι ακριβώς τη στιγμή που η «ιαπωνοποίηση» φαίνεται να είναι της μόδας στις χώρες της Δ. Ευρώπης, η Ιαπωνία αρχίζει να έχει προβλήματα σε διάφορους τομείς. Η οικονομική κατάσταση γνωρίζει δυσκολίες αν και για την ώρα λιγότερο σημαντικές απο εκείνες των άλλων «πλούσιων» χωρών. Αυτό συμβαίνει τόσο στους τομείς τεχνολογίας αιχμής όσο και στη βιομηχανία αυτοκινήτων. Ακόμα σοβαρότερο είναι το ότι ακόμα και το σύστημα της «απόλυτης ποιότητας» αποδεικνύεται μερικές φορές λιγότερο τέλειο απ’ό,τι ισχυρίζονται ότι είναι και δεν είναι θωρακισμένο απέναντι σε «εξωτερικές» διαταραχές.(4) Πράγματι, το σύστημα αυτό μπορεί να δουλεύει αποτελεσματικά, με κόστος μια υπερβολική ένταση όλων των παραγόντων, υλικών και ανθρώπινων, που εμπλέκονται σε αυτό. Αλλά ταυτόχρονα, μπορεί να είναι εξαιρετικά τρωτό. Για αυτό ένα ορισμένο κοινωνικοπολιτικό και ιδεολογικό πλαίσιο και, κύρια, η πλήρης ευθυγράμμιση των συνδικάτων είναι απόλυτα αναγκαία.

Για να καταλήξουμε, μερικές ακόμα σκέψεις γύρω από τα συνδικάτα. Το πρόβλημα του καθορισμού του πώς θα αντιμετωπιστεί η εισαγωγή των νέων τεχνολογιών και οι νέοι τρόποι οργάνωσης της εργασίας τέθηκε περιοδικά στην εργατική τάξη και στις οργανώσεις της. Γνώρισε, βασικά, τρεις φάσεις. Η πρώτη είναι η φάση της αντίστασης, με ακραία και αφελέστερη μορφή τον λουδισμό. Η δεύτερη είναι η φάση του πολιτικού και οργανωτικού κατακερματισμού και της απογοήτευσης, μόλις συνειδητοποιούν ότι η απλή και καθαρή αντίθεση δεν οδηγεί πουθενά και δεν βοηθάει να αποφύγουμε τα σκληρότερα χτυπήματα. Η τρίτη είναι η φάση που αρχίζει το ξεπέρασμα της κατάστασης κρίσης με τη συνειδητοποίηση της δυνατότητας των εργατών να παίξουν έναν ενεργό ρόλο στο επίπεδο της επιχείρησής τους, να ελέγξουν, κατά κάποιον τρόπο, τα νέα συστήματα και να εισάγουν νέες μορφές ελέγχου.

Για να ξαναγυρίσουμε στην τωρινή κατάσταση, σε καμιά χώρα η εργατική τάξη δεν έχει μπει τελεσίδικα στην τρίτη φάση. Αλλά ο προβληματισμός αναπτύσσεται και, σε εμβρυακό επίπεδο, διάφορα πράγματα έχουν αρχίσει να κινούνται. Σε αυτή την περίοδο πρέπει να δουλέψουμε προσπαθώντας να εγκαθιδρύσουμε διεθνείς διασυνδέσεις, με στόχο όχι μόνο την ανταλλαγή εμπειριών, αλλά και την ανάληψη κοινών πρωτοβουλιών κινητοποίησης και αγώνα.

LivioMAITAN

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Για παράδειγμα, σύμφωνα με τον Coriat, η Τογιότα κατασκευάζει έξω από τη μητρική επιχείρηση το 70% της συνολικής αξίας των οχημάτων της ενώ η General Motors μόνο το 30%.

.2 Η απεργία της Τογιότα, το 1950, κράτησε 2 μήνες και οδηγήθηκε σε ήττα, που περιελάμβανε, ανάμεσα στα άλλα, και απόλυση 1.600 εργαζομένων.

3. Είναι γνωστό ότι μια βασική διαφορά υπάρχει στην Ιαπωνία ανάμεσα σε εργαζόμενους με μόνιμη απασχόληση -περίπου το 30% του συνόλου- και εργαζόμενους με προσωρινή απασχόληση, που βρίσκονται κάτω από δυσμενέστερες συνθήκες σε όλα τα επίπεδα. Σε ό,τι αφορά την ετήσια διάρκεια της εργασίας, αυτή είναι στην Ιαπωνία μεγαλύτερη κατά 300 ώρες από εκείνη στη Δυτική Ευρώπη (2.150 ώρες έναντι 1.655 της Γερμανίας). Τείνει μάλιστα να μεγαλώσει. ‘Αλλο στοιχείο: Σύμφωνα με τη συνδικαλιστική ένωση Rengo, οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα είχαν το 1989 μόνο 7 ημέρες άδειας (Le Monde 24-11-1990).

4. Για αυτό το θέμα μπορεί κανείς να δει τους Financial Times της 27-03-1991 και για την αυτοκινητοβιομηχανία την ίδια εφημερίδα της 4-6-1991. Σε ό,τι αφορά τα μειονεκτήματα της «απόλυτης ποιότητας» έχει γράψει η Monde της 19-04-1991 στο άρθρο της «Η ιαπωνική ποιότητα, το τέλος ενός μύθου». Ανάμεσα στα άλλα, το σύστημα «ακριβώς στην ώρα του», που σημαίνει να δουλεύεις χωρίς αποθέματα και επομένως με μεγάλη ακρίβεια, με μια απόλυτη κανονικότητα, είχε προβλήματα από την παράλυση της κυκλοφορίας στους μεγάλους αυτοκινητόδρομους. Ας υπογραμμίσουμε άλλωστε ότι η Ρενώ, που χρησιμοποιεί πολύ αυτό το σύστημα, αναγκάστηκε να καταφύγει σε 3ήμερη τεχνική αργία τον Οκτώβρη του 1990 μετά από ένα μπλοκάρισμα στα ισπανικά σύνορα που διέκοψε τη ροή των τμημάτων που έρχονταν από την Ισπανία.


Σπάρτακος 31, Σεπτέμβρης – Δεκέμβρης 1991

Σπάρτακος αρχείο


https://wp.me/p6Uul6-vc

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Google photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s