Περί παραγωγικότητας στην Ελλάδα

Σπάρτακος 30, Ιούνιος-Αύγουστος 1991

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Υπάρχει ένα παραμύθι που θέλει τους Ελληνες εργαζόμενους τεμπέληδες, ράθυμους, σπάταλους, ανοργάνωτους. Διαδίδεται, καλλιεργείται, γράφεται από διάφορα καπιταλιστικά έντυπα που θέλουν κατά καιρούς να υποστηρίξουν νέες λιτότητες, θυσίες, μειώσεις εισοδημάτων εργαζομένων και συνταξιούχων. Δεν υπάρχει πιο απατηλή εντύπωση. Τα μερικά παραδείγματα ραθυμίας και ιδιαίτερα σε δημόσιους τομείς δεν δικαιολογούν το μύθο. Οσο για την κακή οργάνωση οφείλεται, τις περισσότερες φορές, σε άλλους λόγους και έχει τα ίδια ελαττώματα όπως σε όλες τις χώρες με διάφορες παραλλαγές. 

Δ. ΛΙΒΙΕΡΑΤΟΣ

Αλλά ας αφήσουμε καλύτερα να μιλήσουν μερικοί αριθμοί. Στη μελέτη του «Το οικονομικό πρόβλημα της Ελλάδας» σελ. 9 που εκδόθηκε το 1945, ο καθηγητής Αγγελος Αγγελόπουλος, διάσημος και ακόμη εν ζωή, ανέφερε ότι το κατά κεφαλήν εθνικό εισόδημα των Ελλήνων το 1939 ήταν:

Ελλάδα 61 $
Βέλγιο 369 $ 6 φορές του ελληνικού
Γαλλία 398 $ 6,5 φορές του ελληνικού
Αγγλία 560 $ 9,2 φορές του ελληνικού
ΗΠΑ 690 $ 11,2 φορές του ελληνικού

Ας πάρουμε τώρα το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν, όπως το παρουσιάζει ο ΟΟΣΑ, για τον οποίο θα μιλήσουμε και παρακάτω, το 1987 και δημοσιεύτηκε στον Οικ. Ταχ. 3.11.88.

Ελλάδα 6.220 $
Βέλγιο 11.270 $ 1,81 φορές του ελληνικού
Γαλλία 12.211 $ 1,86 φορές του ελληνικού
Αγγλία 11.491 $ 1,84 φορές του ελληνικού
ΗΠΑ 17.324 $ 2,78 φορές του ελληνικού

Αυτή η αλλαγή έγινε σε 48 χρόνια. Τεράστια η διαφορά που καλύφθηκε δεδομένου ότι τα δέκα από αυτά τα χρόνια ήταν πολέμου βιβλικής καταστροφής. Πράγμα που σημαίνει ότι το 1945 μέχρι το 1949 η Ελλάδα ήταν ακόμα πιο χαμηλά από το 1939. Αυτή η διαφορά δεν καλύφθηκε βέβαια από ελεημοσύνες. Η μόνη εξήγηση είναι η υπεράνθρωπη εργασία του ελληνικού λαού.

Αλλά ας πάρουμε ένα άλλο πιο συγκεκριμένο στοιχείο. Αφορά την παραγωγικότητα στις χώρες του ΟΟΣΑ (Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Αναπτύξεως). Πρόκειται για τον οργανισμό συντονισμού των ενεργειών των κυριοτέρων καπιταλιστικών κρατών. Ιδρύθηκε το 1960 με σκοπό την προώθηση και το συντονισμό της οικονομικής πολιτικής των δυτικών χωρών, την εναρμόνιση της οικονομικής τους πολιτικής προς τις υπανάπτυκτες χώρες και την ανάπτυξη του Διεθνούς Εμπορίου. Η παρακάτω στατιστική δημοσιεύτηκε στο OECD ECONOMIC σελ. 571).

Παραγωγικότητα
Ποσοστιαίες μεταβολές από προηγούμενη περίοδο
ΧΩΡΑ 1960-73 1973-79
ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ 3,2 2
ΑΥΣΤΡΙΑ 5,8 3,3
ΒΕΛΓΙΟ 5 2,8
ΓΑΛΛΙΑ 5,4 3
ΓΕΡΜΑΝΙΑ 4,6 3,4
ΔΑΝΙΑ 4,3 2,6
ΕΛΒΕΤΙΑ 3,2 0,7
ΕΛΛΑΔΑ 8,8 3,4
ΑΓΓΛΙΑ 3,5 1,5
ΗΠΑ 2,2 0
ΙΑΠΩΝΙΑ 9,4 3,2
ΙΡΛΑΝΔΙΑ 5,5 3,7
ΙΣΠΑΝΙΑ 6,1 3,8
ΙΤΑΛΙΑ 6,3 3
ΚΑΝΑΔΑΣ 2,8 1,5
ΝΕΑ ΖΗΛΑΝΔΙΑ 1,8 -1,5
ΝΟΡΒΗΓΙΑ 4,1 0,1
ΟΛΛΑΝΔΙΑ 4,9 3,3
ΣΟΥΗΔΙΑ 3,9 1,4
ΦΙΛΑΝΔΙΑ 5 3,4

Από τις 20 χώρες στην πρώτη περίοδο 13 ετών η Ελλάδα έρχεται 2η μετά την Ιαπωνία, την οποία όλοι οι εγχώριοι θαυμάζουν. Στη δεύτερη περίοδο 6 ετών η Ελλάδα κατατάσσεται 3η, μετά την Ισπανία και Ιρλανδία και μαζί με τη Γερμανία και Φινλανδία.

Οι ρυθμοί με τους οποίους δούλεψαν οι Ελληνες αυτή την εικοσαετία είναι εκπληκτικοί. Από κει και πέρα σε όλες τις χώρες μειώνεται ο ρυθμός και στην Ελλάδα περισσότερο. Ειδικά για την Ελλάδα, εκτός των γενικών αιτίων, πρέπει να αναφέρουμε, είναι η περίοδος εισόδου στην ΕΟΚ που απαιτείται προσαρμογή. Αλλά επικρατεί και ο φόβος απορρόφησης από τα ευρωπαϊκά μεγαθήρια.

Πρόκειται για την περίοδο του ΠΑΣΟΚ. Αλλά και την περίοδο που αναπτύσσεται στο μεγαλύτερο βαθμό η παραοικονομία. Η ελληνική οικονομία φοβάται και κρύβεται. Αλλά βρίσκει και την ευκαιρία με τις χαλαρωμένες συνθήκες κρατισμού του ΠΑΣΟΚ. Για πρώτη φορά έχουμε σοβαρή μέτρηση της παραοικονομίας από τον καθηγητή Παυλόπουλο. Το 1987 το Ινστιτούτο Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών κυκλοφόρησε τη μελέτη του κ. Παυλόπουλου για την παραοικονομία στην Ελλάδα. Αναφέρει ότι στο σύνολο της χώρας φθάνει το 28%-30% του συνόλου.

Συγκεκριμένα, κατά κλάδους: Κατοικίες 90,9%, Κατασκευές 71,1%, Διάφορες Υπηρεσίες 64,9%, Υγεία-Εκπαίδευση 30,1%, Μεταφορές-Επικοινωνίες 29,7%, Εμπόριο 28,8%, Βιομηχανία-Βιοτεχνία (Μεταποίηση) 15,1%. Η Ελλάδα είναι από τις χώρες με τη μεγαλύτερη παραοικονομία στον καπιταλιστικό κόσμο. Ετσι, αν υπολογίσουμε και το εκ της παραοικονομίας εισόδημα το αποτέλεσμα είναι ακόμα πιο αποκαλυπτικό. Από την άποψη της παραγωγικότητας δείχνει ότι είναι ακόμα μεγαλύτερη από αυτήν που αναφέραμε.

Ας πάρουμε τώρα πιο συγκεκριμένα μερικά παραδείγματα από τους κλάδους της ελληνικής οικονομίας όπως αναφέρονται στις επίσημες στατιστικές. Και πρώτα απ’ όλα τη Γεωργία.

Το 1961 στο σύνολο της χώρας οι απασχολούμενοι με τη γεωργία ήταν το 50,9% και το 1990 22,1%, όπως ανακοινώθηκε στις 28 Απριλίου του 1991. Και να λάβει κανείς υπόψη του ότι ο σημερινός αγρότης είναι πιο γερασμένος από τον αγρότη του 1961. Αλλά πιο ειδικευμένος. Σήμερα οδηγεί αυτοκίνητο, τρακτέρ και εργάζεται με πολλά μηχανήματα. Αλλά συγχρόνως βρίσκει καιρό να απασχολείται και στις τοπικές βιομηχανίες, βιοτεχνίες, τον τουρισμό και άλλες δραστηριότητες (ΕΠΙΛ. 90-F91/98). Ποια ήταν και ποια ήταν η παραγωγή του; Ας πάρουμε ενδεικτικά μερικές καλλιέργειες.

 

Εξέλιξη αγροτικής παραγωγής

1960 1990
Έκταση στρέμματα Παραγωγή τόννοι Έκταση στρέμματα Παραγωγή τόννοι
Σιτάρι 11.420.000 1.666.000 9.000.000 1.660.000
Κριθάρι 1.810.000 240.000 2.300.000 500.000
Καλαμπόκι 2.100.000 188.000 2.000.000 1.700.000
Βαμβάκι 1.650.000 184.000 2.700.000 725.000
Καπνός 940.000 64.000 765.000 130.000
Πατάτες 380.000 423.000 400.000 890.000
Τομάτες 270.000 462.000 380.000 2.120.000
Πεπόνια & Καρπούζια 290.000 399.000 240.000 750.000
Εθνική Στατιστική υπηρεσία της Ελλάδος 1962/108-109

Επιλογή 1990-91/150-151

Ημερ. Οργανισμού Βάμβακος 14.4.91

 

Οπως βλέπουμε η αύξηση είναι εντυπωσιακή. Η ελληνική γεωργία σε τριάντα χρόνια άλλαξε τελείως. Θα πρέπει να αναφέρουμε ότι τα παραπάνω στον πίνακα είναι μόνο ενδεικτικά, για ορισμένα είδη. Πιο εντυπωσιακή είναι ακόμη η αύξηση στις ποικιλίες. Πολλά καινούρια φρούτα, είδη δημητριακών, και βιομηχανικών φυτών. Ακτινίδια, νεκταρίνια, αβοκάντος, μπανάνες, κρασάνες, σταφύλια πολλών ειδών, ηλίανθος σε μεγάλη κλίμακα, σόγια για πρώτη φορά, καλαμπόκι υβριδίου, μακρόινο βαμβάκι, ζαχαρότευτλα σε μεγάλη κλίμακα και άλλα πολλά.

Ας πάρουμε τώρα ένα άλλο πρόσφατο παράδειγμα από τη βιομηχανία. Δημοσιεύτηκαν στις 14 Φεβρουαρίου τα αποτελέσματα της βιομηχανίας από το 1987 μέχρι το 1989. Στα τρία αυτά χρόνια οι εταιρίες που αναφέρονται έγιναν από 3.453 το 1987, 3.904 το 1989. Οι εργαζόμενοι σ’ αυτές από 287.260 το 1987 έφθασαν 296.158. Οι εταιρίες αυξήθηκαν κατά 451 μονάδες και οι εργαζόμενοι μόνον 8.898. Αρα έχουμε απολύσεις από αυτές τις εταιρίες που αναφέρθηκαν στις εργασίες. Αντίθετα ήταν από τις καλύτερες χρονιές της ελληνικής βιομηχανίας. Το σύνολο του ενεργητικού το 1987 ήταν 2.251 δισεκ. δρχ. και το 1989 έφθασε 3.145 δισ., που σημαίνει αύξηση 39,7%. Ας κάνουμε τον αποπληθωρισμό και αναφερόμενοι σε τιμές 1987 βρίσκουμε αύξηση 4,84% το 1988 και 16,6% το 1989. Ας δούμε τώρα τα «μικτά κέρδη». Το 1987 ήταν 516.242 δις δρχ. και το 1989 609.659 δις. Με τιμές 1987 αυξήθηκαν σε δυο χρόνια 12,25% και με αύξηση προσωπικού μόνο 3,1%. Αφού ανέβηκε τόσο το Ενεργητικό αλλά και τα κέρδη χωρίς αύξηση του προσωπικού, σημαίνει ότι αυτό το προσωπικό εργάστηκε με μεγαλύτερη παραγωγικότητα.

Αφού είδαμε παραδείγματα στη γεωργία και τη βιομηχανία ας πάρουμε τώρα μερικές υπηρεσίες, όπως αναφέρουν οι ίδιες οι τράπεζες στους ισολογισμούς, αλλά και τις διαφημίσεις τους. Πέτυχαν μεγάλα κέρδη, αύξηση των παντός είδους εργασιών, χωρίς ανάλογη αύξηση του προσωπικού.

Η Τράπεζα Πίστεως με σύνολο Ενεργητικού 357,288 δις δρχ. το 1987 παρουσιάζει 588,986 δις το 1989. Με τιμές 1987 αύξησε το Ενεργητικό της κατά 127%. Τα καθαρά κέρδη από 3, 203 δις το 1987 αυξήθηκαν σε 6,998 δις το 1989. Με τιμές 1987 αύξηση 70% των καθαρών κερδών. Αυτά τα τρία χρόνια το προσωπικό από 3.001 άτομα έφθασε 3.339. Αυξήθηκε μόνο 11%.

Η Μακεδονίας Θράκης το 1987 είχε σύνολο Ενεργητικού 85,427 δις δρχ. και το 1989 141,935 δις. Σε τιμές 1987 άνοδο 25,597 δις. Ποσοστό αύξησης 30%. Τα καθαρά κέρδη από 1.244 δις το 1987 ανέβηκαν 1.865 δις το 1989. Σε τιμές 1987 αύξηση 16,3%. Το προσωπικό από 1.122 άτομα έφτασε τα 1.237. Αύξηση μόνο 10%. Ενα τρίτο παράδειγμα η Τράπεζα Κεντρικής Ελλάδος όπως δημοσιεύει μόνη της σε διαφήμιση τα αποτελέσματά της. Καταθέσεις αύξηση 167%, καθαρά κέρδη 277% και αύξηση του προσωπικού 25%. Ολες αυτές οι μεγάλες αυξήσεις περιουσιακών στοιχείων και κερδών έγινε με πολύ μικρότερη αύξηση του προσωπικού που σημαίνει αύξηση της παραγωγικότητας. Οι ίδιοι υπάλληλοι δούλεψαν με μεγαλύτερη ένταση. Μάλιστα σε έναν κλάδο που συνηθίζεται να λοιδωρούν σαν τεμπέλικο.

Αλλά και αν όλα αυτά δεν πείθουν τους μη θέλοντες να πειστούν, θα ρωτούσαμε: Πώς ανέβηκε το κατά κεφαλήν εισόδημα τα τελευταία σαράντα χρόνια; Με τεμπελιά και μη αποδοτικότητα; με ανοργανωσιά και παγαποντιά; Με μείωση της παραγωγικότητας όπως συνεχώς ισχυρίζονται; Με κλάψα των επιχειρήσεων; Αυτά δεν γίνονται σε καμιά περίπτωση. Το αντίθετο. Οι ρυθμοί ήταν εξαντλητικοί. Οι Ελληνες εργαζόμενοι δούλεψαν υπεράνθρωπα, εξαντλητικά να χτίσουν αυτή την καινούρια Ελλάδα ύστερα από 10 χρόνια ανελέητο πόλεμο. Και δούλεψαν κάτω από σκληρές συνθήκες τρομοκρατίας και με μια καπιταλιστική τάξη που είχε τις βαλίτσες της πάντα έτοιμες να φύγει. Που έβγαζε τα λεφτά της στο εξωτερικό απειλώντας σε κάθε διεκδίκηση για καλύτερες συνθήκες, να εγκαταλείψει τη χώρα. Οι Ελληνες δούλευαν σκληρά, οι μετανάστες έφερναν τα λεφτά που σαν εργάτες κέρδισαν τόσα χρόνια στη Γερμανία, το Βέλγιο, τη Σουηδία και αντιμετώπιζαν πάντα την απειλή μιας αστικής τάξης που απειλούσε και που συνέχεια απειλεί και διεκδικεί από το φτωχό, να του πάρει και να τον κάνει φτωχότερο. Είναι ένα από τα θρασύτερα παιχνίδια που έχουν παιχτεί στην ελληνική ιστορία. Και βρίσκουν πολιτικούς και προπαντός πολιτικάντηδες να τους εξυπηρετούν πάντα. Αλλά πάει πολύ να έρχονται και άνθρωποι της Αριστεράς, υποτίθεται που έχουν καθήκον να υποστηρίζουν τις εργαζόμενες τάξεις, έστω και υποκειμενικά, να κατηγορούν αυτή την τάξη. Κι όμως οι Ελληνες εργαζόμενοι έχτισαν μια Ελλάδα πιο πλούσια από ποτέ, αλλά και πιο τσιγκούνα απέναντι σ’ αυτούς τους εργαζόμενους, τους δημιουργούς του πλούτου της.

Χτίστηκε από οικοδόμους που ανέβαζαν τον τενεκέ με το τσιμέντο στον ώμο τους ως το όγδοο πάτωμα από σκαλωσιές που έτρεμαν. Αλλά δεν είναι μόνο απ’ αυτούς. Και στα μεγάλα και μικρά εργοστάσια. Αλλά και στα μικρά εργαστήρια, τα ημιϋπόγεια των αθηναϊκών συνοικιών, του Πειραιά, της Θεσσαλονίκης, μέσα στα σπίτια, στα διαμερίσματα που δουλεύουν οι φασονάδες για όλο τον κόσμο. Στη βιοτεχνία όπου η απέραντη εργασία, σκόλη και καθημερινή, απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ. Δουλεύουν άνθρωποι όλων των ηλικιών. Αυτοί είναι που δημιουργούν την καινούρια Ελλάδα, που χτίζουν τον πλούτο αυτής της χώρας. Οι άνθρωποι της αέναης εργασίας, της ατέλειωτης, της απέραντης, της εξαντλητικής.

Είναι μια ατέλειωτη εποποιία που συνεχίζεται. Με πάμπολλα θύματα, θανάτους, τραυματισμούς, καρδιές, νεύρα, στομάχια. Ηρωες της δουλειάς χωρίς παράσημο, χωρίς αναγνώριση. Που και οι ίδιοι ντρέπονται να πούνε πόσο δουλεύουν, σε μια κοινωνία όπου θαυμάζονται οι τεμπέληδες και αετονύχηδες. Που ηρωοποιούνται αυτοί που τα βολεύουν. Είμαστε λαός κρυπτοεργασάκηδων. Με τσακισμένες μέσες χορεύουμε κάποια νύχτα, σε κάποια ταβέρνα ζεϊμπέκικο, «κι ας πάει και το παληάμπελο». Και το πρωί πάλι στη δουλειά, στη δουλειά, στη δουλειά!!!

Χτίζεται ακόμα αυτή η Ελλάδα. Απ’ αυτούς που έχουν μια δουλειά, αλλά «πετάγονται» κάθε τόσο να κοιτάξουν κάτι εληές, κάποιο αμπέλι, κάτι δέντρα σε κάποιο χωριό. Παράγουν εδώ, παράγουν εκεί και το Σαββατοκύριακο χτίζουν κάπου αλλού ένα αυθαίρετο σπιτάκι σε κάποια εξοχή.

Χτίζεται από τις γυναίκες που έχουν μια δουλειά, κάνουν μια κατσαρόλα φαϊ, μαζεύουν το παιδί από το σχολείο, πιάνουν να ράψουν κάτι φούστες να προλάβουν τα έξοδα. Τα έξοδα καλά ή κακά δεν έχει σημασία. Μπορεί να είναι αυτοκίνητο, βίντεο, ταξίδι στην Ευρώπη. Δεν πειράζει. Αλλά δουλεύουν, δουλεύουν, δουλεύουν, αυτή την αέναη εργασία για την οποία πολλοί οικονομολόγοι μιλάνε περιφρονητικάα. Γιατί τους ξεφεύγει, δεν την καταλαβαίνουν. Παρόλο που μπορεί να είναι και προϊόντα μιας τέτοιας δουλειάς των οικογενειών τους που τους έστειλε να σπουδάσουν σε κάποιο εξωτερικό. Δεν συλλαμβάνουν μιαν Ελλάδα που δουλεύει κατ’ επιφάνειαν σπασμωτικά, αναρχικά, αλληλοσυγκρουόμενη, αλλά που συνεχώς χτίζεται, γεμίζει, δημιουργεί, αποθησαυρίζει. Ακόμα και όταν κάνει ταξίδι αναψυχής δεν διασκεδάζει, αλλά ψωνίζει γεμίζει το σπίτι, την Ελλάδα. Ισως άχρηστα, ίσως περισσότερο απ’ ό,τι πρέπει, ίσως σε βάρος του ανθρώπου που έπρεπε να ζει, να μεγαλώνει τα παιδιά του, να χαίρεται τη ζωή με κάποια ηρεμία. Αλλά αυτό είναι το ιδανικό που δεν μας έμαθαν. Αντίθετα μας έμαθαν να κερδίζουμε, μπορούμε δεν μπορούμε, να ξοδεύουμε, και να μαζεύουμε. Σκλάβοι μιας ποσοτικής κοινωνίας.

Πέραν των αριθμών, ας πάρουμε όμως και τη ζωή όπως τη βλέπουμε να κυλάει δίπλα μας, με τα ανθρώπινα συμβάντα της. Πολλοί Ελληνες πέρασαν το Πάσχα, όπως και κάθε γιορτή, Κυριακή, άδεια, στο εξοχικό τους δουλεύοντας. Δοκιμάζανε το κοκορέτσι κι έπιναν ένα ποτήρι κρασί, κρατώντας μυστρί ή πινέλο στο χέρι. Και με λερωμένα από μπογιές ρούχα. Συμπληρώνανε το σπίτι κάποιων ονείρων ή κάποιας τοποθέτησης. Το ζήτημα είναι ότι εργάζονται και τις πιο γιορταστικές μέρες. Και να μην πούνε μερικοί ότι αυτοί είναι οι λίγοι. Αχρηστα κτίσματα θα πει κάποιος ορθολογιστής. Ισως. Αλλά είναι κτίσματα που κρατάνε χρόνια και χρόνια και κάποιος θα τα χρησιμοποιήσει. Αυτή είναι η συνήθεια των Ελλήνων. Ο Αμερικάνος επενδύει σε ρυπογόνο αυτοκίνητο που σε μερικά χρόνια γίνεται παλιοσίδερα. Αυτόν κάποιοι οικονομολόγοι μας τον θαυμάζουν σαν τον τέλειο πολίτη της βιομηχανικης-καταναλωτικής κοινωνίας μας. Ενώ μυκτηρίζουν τον Ελληνα που χτίζει κάποιο σπίτι. Κάπου δεν κολλάει αυτή η λογική, αυτή η σκέψη. Ο Ελληνας, και ιδιαίτερα η Ελληνίδα, έχουν γίνει νούμερο ψωνίζοντας στο εξωτερικό, στο εσωτερικό, την εκδρομή, όπου βρεθούν. Πάντα κυνηγώντας μιαν ευκαιρία. Δεν μπορεί να χαρεί την ξεκούραση του ταξιδιού, τη διασκέδαση, την αργία, το «δεν κάνω τίποτε». Πάντα το μυαλό στραμμένο στην ευκαιρία. Οποιοσδήποτε άλλος υπήκοος μιας ευρωπαϊκής χώρας, βάζει στην τσέπη ένα ποσό και πάει για διακοπές. Ο Ελληνας από αυτό το ποσό θα ψωνίσει. Χάνοντας χρόνο ψυχαγωγίας, ξεκούρασης αλλά και αφαιρώντας χρήματα από την ανάπαυση. Δεν έχει τη συναίσθηση της ξεκούρασης. Ολα αυτά που ψωνίζει γεμίζουν τη χώρα. Πολλά άχρηστα πράγματα θα πει πάλι κάποιος ορθολογιστής. Ναι, αλλά γεμίζουν σπίτια χαρίζονται, φορτώνονται. Δεν πάνε στη διασκέδαση.

Επίλογος

Αν μπορούσαμε να δώσουμε μια συμβουλή θα λέγαμε: Η Ελλάδα πέτυχε εκπληκτικούς ρυθμούς. Εφτασε πρώτη σε κατοικίες. Τα αυτοκίνητα πολλά, περισσότερα από τα χρειαζούμενα τόσο που καταστρέφουν τις συγκοινωνίες. Τηλεοράσεις, βίντεο, ό,τι τέλος πάντων μετράει την ευημερία μιας σύγχρονης καταναλωτικής καπιταλιστικής κοινωνίας. Και τι πέτυχε; Σύμφωνα με τη Στατιστική Υπηρεσία (8.9.90): 142.266 άντρες και 563.455 γυναίκες δεν γνωρίζουν γραφή και ανάγνωση και άλλοι 577.863 άντρες και 704.656 γυναίκες δεν έχουν τελειώσει το Δημοτικό Σχολείο.

Σε πληθυσμό 10 εκατ. ανθρώπων οι άνω των 65 πέρασαν το 1 εκατομ. Η Ελλάδα δούλεψε πολύ και δεν προλάβαινε να γεννήσει. Η χώρα μας εντάσσεται στις 5 χώρες του κόσμου με τη μεγαλύτερη υπογεννητικότητα. (ανακοίνωση 23.4.91). Μ’ αυτό το ρυθμό σε λίγα χρόνια οι συνταξιούχοι θα πλησιάσουν τον αριθμό των εργαζομένων. Το 1980 είχαμε 148.000 γεννήσεις και 86.000 θανάτους το χρόνο. Το 1990 101.000 γεννήσεις και 92.000 θανάτους. Τόση παραγωγικότητα αγαθών, τόση δραστηριότητα, τόσα πλούτη σωρεύονται και μόνο 9.000 άτομα αύξηση του πληθυσμού. Και ας μη νομίσει κανείς ότι είναι απλά ζήτημα βούλησης. Δηλαδή προτιμάει ένα ζευγάρι να έχει δύο αμάξια και μόνο, ένα παιδί. Αλλο ένα παιδί θα τους ήταν αβάσταχτο οικονομικό βάρος και δεν το αντέχουν έστω και οι δύο εργαζόμενοι. Αν έτσι διάλεξαν θα μπορούσε κανείς να διαφωνεί αλλά έτσι τους αρέσει. Το ζήτημα απεκαλύφθη ότι είναι ακόμη χειρότερο. Πρόκειται περί ανικανότητας που μπορεί να κρυφτεί κάτω από μανδύα κοινωνικής διαλογής. Μια στατιστική που δημοσιεύτηκε στις 27 Απριλίου 1991 λέει ότι ένας στους 4 Ελληνες άνω των 40 ετών είναι ανίκανος. Και στους κάτω των 40 ετών 1 στους δέκα. Ανατριχιαστική στατιστική. Αυτό οφείλεται κυρίως σε λόγους αρτηριακής κυκλοφορίας και κατά δεύτερο λόγο σε ψυχολογικές διαταραχές. Ασθένειες και οι δύο της εντατικής ζωής. Ετσι, πολλές φορές κάνουμε τα πικρά γλυκά και λέμε ότι δεν θέλουμε παιδιά ενώ δεν μπορούμε.

Αλλη μια εικόνα που δεν διακρίνεται πολύ καλά είναι ο Τέταρτος Κόσμος που αναπτύσσεται εδώ δίπλα μας. Στην ίδια πολυκατοικία. Μια καινοφανής αθλιότητα κρυμμένη κάτω από ευπρεπή ενδυμασία που μπορεί να προμηθευτεί ο καθένας από γνωστούς και γείτονες. Αντρας, γυναίκα, δυο παιδιά και μια άρρωστη γιαγιά σε 45 τετραγωνικά ενός δυαριού. Απολαμβάνοντας την έγχρωμη τηλεόραση με όλα τα θαύματα της κατανάλωσης, πάνω από το κεφάλι της γιαγιάς που κοιμάται στο ντιβάνι του προθαλάμου.

Παρεπόμενα της πόλης μας. Αφθονο σκουπίδι, βρώμα, καυσαέριο, αδυναμία μιας εκδρομής, ενός περιπάτου σε πρασινάδα. Και όμως οι στατιστικές δείχνουν ευημερία. Ανοδο του βιοτικού επιπέδου. Ανοδο του κατά κεφαλήν εισοδήματος. Και η καθοδήγηση κυβερνητικών και μη κυβερνητικών επιτελείων μας βομβαρδίζει για ακόμα εντονότερους ρυθμούς ανάπτυξης, ακόμα περισσότερη παραγωγικότητα, ακόμα περισσότερα αυτοκίνητα και μάλιστα με καταλύτη κλπ., κλπ. Αλλά και ακόμα περισσότερα δυστυχήματα, ιδιαίτερα τις γιορτές, περισσότερους αρρώστους, ψυχασθενείς, τηλεοθαυμάζοντες νεόπτωχους. Πιο πολλούς γέρους. Περισσότερη δυσληψία, δυσλαλία, δυσλεξία, με δυο λόγια ασυνεννοησία. Φτάσαμε να μην μπορούμε να συνεννοηθούμε. Μειώθηκαν οι ικανότητες αντίληψής μας. Νεύρα τσακισμένα, που δεν αντέχουν πολλά. Αδιαφορία αναισθησίας. Φυσιογνωμίες συσπασμένες. Κοινωνική αλληλεγγύη σαν σπάνιο αγαθό.

Είναι κρίμα ο ελληνικός λαός να έχει καταντήσει έτσι με αυτήν την ένταση. Με αυτό το κυνηγητό της πεντάρας. Δοκιμάσαμε την αποθέωση του άκρατου καπιταλισμού και καταντήσαμε έθνος νευρασθενών γερόντων. Ας απωθήσουμε τα πολύχρωμα ιδανικά και ας ζήσουμε καμιά φορά σαν άνθρωποι.

Οι ρυθμοί εργασίας είναι παρόμοιοι και πιο έντονοι από της ΕΟΚ. Με την παραοικονομία ο ρυθμός γίνεται εντονότερος. Ξέφρενος για πολλούς. Με τον έντονο καταναλωτισμό, με τον τρόπο ζωής που του προπαγανδίζει το καπιταλιστικό καθεστώς, ο άνθρωπος φθάνει στην εξάντληση. Στην Ελλάδα γίνονται και πιο δύσκολα τα πράγματα γιατί πήγαμε πολύ γρήγορα. Εχουμε καταντήσει σχιζοφρενικοί από τη νευρικότητα και ένταση της καθημερινής ζωής.

Ας χαμηλώσουμε πλέον τους ρυθμούς. Δεν βγαίνει πουθενά η περισσότερη ένταση, η μεγαλύτερη παραγωγικότητα, η μεγαλύτερη κινητικότητα για απόκτηση του ιδανικού που δείχνουν ρεκλάμες και τηλεόραση. Ας αφήσουμε τα κόμματα να φωνάζουν για πιο μεγάλη ανάπτυξη. Αν θέλουμε να βελτιώσουμε το βιοτικό μας επίπεδο, που δεν μετριέται με καταναλωτικά αγαθά αλλά και τρόπο ζωής, ας ηρεμήσουμε τους ρυθμούς μας. «Πήραμε τη ζωή μας λάθος, κι ύστερα αλλάξαμε ζωή».

Τελειώνοντας μια ακόμα κουβέντα στους διανοούμενους της Αριστεράς. Ας σταματήσουν τα προγράμματα υποδείξεων προς τους καπιταλιστές για τη βελτίωση του παραγωγικού δυναμικού και καλύτερη αύξηση της εκμετάλλευσης. Η τάξη των εργαζομένων χρειάζεται τους δικούς της επιστήμονες να την υποστηρίξουν. Να της δώσουν επιχειρήματα και προγράμματα λιγότερης έντασης και βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου. Οχι «αντικειμενισμούς» που δεν χρειάζονται. Και τέτοιοι επιστήμονες και διανοούμενοι υπάρχουν πολλοί που θέλουν να υπηρετήσουν την τάξη τους. Αλλά κάπου έχουν μπερδευτεί με όλη αυτή την κλάψα και γκρίνια της καθυστέρησης και υπανάπτυξης.

Δημ. ΛΙΒΙΕΡΑΤΟΣ


Σπάρτακος 30, Ιούνιος-Αύγουστος 1991

Σπάρτακος αρχείο


https://wp.me/p6Uul6-u7

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Google photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s