Η αποσυναρμολόγηση της Ανατολικής Γερμανίας

Σπάρτακος 30, Ιούνιος-Αύγουστος 1991

ΓΕΡΜΑΝΙΑ

Η ΑΠΟΣΥΝΑΡΜΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ

Η ενοποίηση της Γερμανίας με την επάνοδο στην «ελεύθερη αγορά» και οι επιπτώσεις τους.

David JONAS

Την 1η Απρίλη η RΑΦ («Φράξια Κόκκινος Στρατός») ξαναχτύπησε. Πυροβόλησε τον πρόεδρο της «Εταιρίας του Πιστού Χεριού», Ρόβεντερ, την ώρα που επέστρεφε στο σπίτι του.

Το θύμα ήταν ο κύριος υπεύθυνος για τη μετατροπή της ανατολικογερμανικής βιομηχανίας από «ιδιοκτησία του λαού» της παλιάς ΓΛΔ σε «κανονικές» καπιταλιστικές επιχειρήσεις του ενοποιημένου γερμανικού κράτους της Βόνης. Η άνοδος του κ. Ρόβεντερ στη μεγαλύτερη Holding Company του κόσμου, που διοικεί 8.000 ανατολικογερμανικές επιχειρήσεις με εκατομμύρια απασχολούμενους, οφειλόταν στην πλούσια εμπειρία του ως «εκτελεστή» θέσεων εργασίας στη δυτικογερμανική εταιρία «Hoesch».

Πραγματικά, το έργο του κ. Ρόβεντερ πριν από το θάνατό του ήταν πολύ παρόμοιο, μόνο που αυτή τη φορά σε γιγαντιαίο μέγεθος: η «προσαρμογή» επιχειρήσεων στους νόμους της «ελεύθερης αγοράς».

Χαρακτηριστικό αυτής της ανελέητης «φιλελεύθερης» πολιτικής είναι το γεγονός ότι η «Εταιρεία του Πιστού Χεριού» δεν ελέγχεται ούτε τυπικά από τη Βουλή της Βόνης ούτε από άλλα «δημοκρατικά» όργανα του κράτους. Μόνο οι γυμνοί νόμοι της αγοράς και της αύξησης των κερδών πρόκειται να κυριαρχήσουν για να γίνει η μετατροπή της κοινωνίας όσο πιο γρήγορα και «ρεαλιστικά» γίνεται.

Αυτή η πολιτική οδήγησε σε λίγους μήνες στην κατάρρευση των βασικών δομών της ανατολικογερμανικής οικονομίας. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία της κυβέρνησης ο αριθμός των ανέργων ανερχόταν -μέχρι το Μάρτη του ’91- σε 790.000 (=8,9%), στη Δύση σε 1,9 εκατομμύρια (=8,6%). Στην πρώην ΓΛΔ όμως υπάρχουν 1,9 εκατομμύρια «εν μέρει απασχολούμενοι», η πλειοψηφία των οποίων στην πραγματικότητα δεν έχει καθόλου δουλειά. Βγάζουν 90% του παλιού μισθού, σύμφωνα με τις εγγυήσεις της κυβέρνησης, μέχρι τα τέλη Ιουνίου. Μετά κινδυνεύουν να πέσουν στο μαύρο κενό. Εγινε ολοφάνερο ότι η κυβέρνηση δεν είχε κανένα σχέδιο για την ανοικοδόμηση της ανατολικογερμανικής οικονομίας. Η αδικαιολόγητη ελπίδα για γρήγορη βελτίωση εξαφανίστηκε, ενώ η απελπισία εξαπλώνεται σε ευρύτατα στρώματα του πληθυσμού.

Οι επενδύσεις από τη Δύση δεν πραγματοποιήθηκαν. Από τις 8.000 επιχειρήσεις μόνο 1.000 βρήκαν δυτικό αγοραστή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα για την εισαγωγή της δυτικογερμανικής «κοινωνικής οικονομίας της αγοράς» είναι η υπόθεση του εργοστασίου ΙΦΑ, κοντά στο Βερολίνο, που παράγει αυτοκίνητα («Βάρτμπουργ»). Μέχρι το τέλος του πολέμου ανήκε στη «Ντάιμλερ-Μπεντς» και οι εργαζόμενοι αισιοδοξούσαν ότι η Ντάιμλερ θα διέσωζε τις θέσεις εργασίας ξανααγοράζοντας το εργοστάσιο. Τελικά όμως η Ντάιμλερ αποφάσισε να μην αναλάβει το εργοστάσιο αλλά να χτίσει καινούριο, κοντά στην ίδια περιοχή. Ενα τέταρτο των εργαζομένων θα υπογράψει σύμβαση εργασίας στην αρχή του ’93.

Με αυτό τον τρόπο καταστρέφονται ολόκληροι κλάδοι της ανατολικογερμανικής βιομηχανίας και η αγροτική οικονομία. Μπορεί να είναι αλήθεια ότι η κυβέρνηση δεν είχε κακές προθέσεις λόγω απόλυτης έλλειψης σχεδιασμού. Η στρατηγική των καθοριστικών κυκλωμάτων του μονοπωλιακού κεφαλαίου έγινε σαφής. Αφού το δυτικό παραγωγικό δυναμικό δεν ήταν εξαντλημένο στα τελευταία χρόνια, δεν υπάρχει σημαντικό συμφέρον να επενδυθεί σε μεγαλύτερο βαθμό στην Ανατολή. ‘Ετσι, η «Εταιρεία του Πιστού Χεριού» ρημάζει συνειδητά τα ανατολικά εργοστάσια. Με αυτόν τον τρόπο αυξάνεται η ζήτηση για δυτικά εμπορεύματα η οποία καλύπτει πρόσφατα κενά που δημιουργήθηκαν με τη μείωση των εξαγωγών στις διεθνείς αγορές. Ταυτόχρονα μειώνεται η αξία ανατολικών εργοστασίων αφού αποδεικνύονται αζήτητα, έτσι ώστε μπορούν να αγοραστούν μετά τη χρεοκοπία τους με πιο ευνοϊκή τιμή. Εξάλλου, έτσι απαλείφεται και η ενοχλητική ευθύνη για τους μέχρι τώρα αρμόδιους. Και οι συντηρητικοί κατάλαβαν ότι επικρέμεται μια τεράστια καταστροφή..! Οικονομολόγοι, κυβέρνηση και αντιπολίτευση προβλέπουν την αύξηση της ανεργίας μέχρι 3-4 εκατ., ποσοστό 40-50%. Ο εκδότης του συντηρητικού περιοδικού «Οικονομική Εβδομάδα», ο Β. Ενγκελς, σχολιάζει στην αρχή του Μάρτη, κάτω από τον τίτλο «Λάθος ξεκίνημα»: «Πριν από 9 μήνες προειδοποιήσαμε εδώ πως η Ανατολή θα μπορούσε να γίνει η Νότια Ιταλία της Γερμανίας, δηλ. μια περιοχή που πτωχεύει διαρκώς. Αυτό που τότε φαινόταν απίθανη δυνατότητα, είναι σήμερα πολύ συγκεκριμένος κίνδυνος». Και παρακάτω: «Πρόκειται για ένα είδος αποικιοποίησης της πρώην ΓΛΔ». Η εξέλιξη είναι δραματική.

Ο διπλασιασμός των ενοικίων διά μέσου των αυξήσεων των κοινοχρήστων και ιδιαίτερα του ρεύματος αποτελεί μια άλλη de facto πτώση του βιοτικού επιπέδου του ανατολικού πληθυσμού.

Επιπλέον, πάνω από 10.000 άνθρωποι εγκαταλείπουν κάθε μήνα την Ανατολική Γερμανία. Σε μερικές εκατοντάδες χιλιάδες εκτιμάται ο αριθμός αυτών που πιάνουν δουλειά στη Δύση με χαμηλούς μισθούς και γυρίζουν στην Ανατολή τα Σαββατοκύριακα.

Η οργή των εξαπατημένων Ανατολικογερμανών

Ετσι, δεν ήταν τυχαίο που ο κόσμος πάλι άρχισε να αντιδρά και να κινητοποιείται. Από τον Φλεβάρη γίνονται οι πρώτες καταλήψεις εργοστασίων, αναζωογονούνται οι διαδηλώσεις στη Λειψία, στην Ερφούρτη κλπ., που είναι αυτή τη φορά στραμμένες ενάντια στην πολιτική της κυβέρνησης Κολ. Οι ίδιοι που πέρισυ είχαν εξασφαλίσει με τις ψήφους τους τη νίκη των συντηρητικών στις εκλογές του Μάρτη και του Δεκέμβρη, με αφελή και σχεδόν τυφλή εμπιστοσύνη στις κούφιες υποσχέσεις της κυβέρνησης της Βόνης, νιώθουν σήμερα τελείως εξαπατημένοι.

Δεν είναι πια η Στάζι, η παλιά μυστική αστυνομία της ΓΛΔ, που αποτελεί το στόχο των εξαγριωμένων. «Κάτω η THG», «Κολ: Καγκελάριος των ψεμάτων», «Δε θέλουμε να γίνουμε αποικία της Δύσης», είναι σήμερα τα συνθήματα που επικρατούν στις διαδηλώσεις. Φαίνεται ότι ένα χρόνο μετά την πολυθρύλητη νομισματική ενοποίηση, δηλαδή την εισαγωγή του δυτικού μάρκου στην Ανατολή, όλες οι προϋποθέσεις ωρίμασαν για το ξεσκέπασμα ενός ευρύτερου λαϊκού κινήματος ενάντια στην υποταγή της Ανατολής κάτω από τις διαταγές του δυτικού μεγάλου κεφαλαίου.

Η κυβέρνηση Κολ και ο αστικός Τύπος προσπάθησαν να χρησιμοποιήσουν το βίαιο θάνατο του κ. Ρόβεντερ για προπαγανδιστική επίθεση, παρουσιάζοντάς τον σαν ήρωα των αρχών της ελευθερίας και της δημοκρατίας ενάντια στις σκοτεινές δυνάμεις της Στάζι και της τρομοκρατίας, που συγκροτούν τον κοινό εχθρό της καινούριας «μεγάλης» Γερμανίας. Ο Κολ, που είχε υποσχεθεί ότι «κανένας δε θα πάει χειρότερα μετά την ενοποίηση», αποδείχθηκε προφανώς απατεώνας μεγάλου μεγέθους. Απευθυνόμενος στον πληθυσμό της Δύσης είχε υποσχεθεί πριν τις εκλογές του Δεκέμβρη ότι δεν επρόκειτο να αυξηθούν οι φόροι λόγω της ενοποίησης. Τρεις μήνες μετά η κυβέρνηση αύξησε τους φόρους εισοδήματος. Η αιτιολογία συνοψίζεται στο σύνθημα ότι «όλοι πρέπει να κάνουν θυσίες για την ενοποίηση»… Πέρα από τέτοιες προπαγανδιστικές προσπάθειες, η κυβέρνηση προφανώς δεν διαθέτει συγκεκριμένα σχέδια για το ξεπέρασμα της κρίσης.

Σε αυτή την κατάσταση, μια μελλοντική σύγκρουση των ταξικών αντιπάλων φαίνεται αναπόφευκτη. Ο λαός της Ανατολικής Γερμανίας είναι ιδεολογικά άοπλος και εξαναγκάζεται να αγωνιστεί με πολύ δυσμενείς τρόπους, μετά από 40 χρόνια «υπαρκτού σοσιαλισμού», δηλαδή δικτατορίας μιας στυγνής γραφειοκρατίας. Πρέπει να αναρωτηθούμε ποιές προοπτικές αντίστασης προσφέρουν τα κόμματα της αντιπολίτευσης και τα συνδικάτα και ποιές εναλλακτικές λύσεις, απέναντι στην κυβερνητική γραμμή προτείνουν.

Η «μετριοπαθής» αντιπολίτευση του SPD

Ας ρίξουμε πρώτα απ’ όλα μια ματιά στο SPD (σοσιαλδημοκρατία), το παραδοσιακό κόμμα της εργατικής τάξης, το οποίο ήταν ο μεγάλος ηττημένος των εκλογών του ’90, τόσο το Μάρτη όσο και το Δεκέμβρη. Είναι ολοφάνερο ότι το SPD θα είναι ο κύριος φορέας των ελπίδων των απογοητευμένων Ανατολικογερμανών. Πρέπει να θυμηθούμε όμως πως το καινούριο «ανατολικό» SPD το φθινόπωρο του ’89 ήταν το πρώτο κόμμα που απαιτούσε την εισαγωγή της «κοινωνικής οικονομίας της αγοράς», δηλαδή την παλινόρθωση του καπιταλισμού. Πριν από ένα χρόνο μπορούσε κανείς να επισημάνει τη στροφή του SPD προς τα δεξιά, σύμφωνα με το κύμα της ενοποίησης και του νέου γερμανικού εθνικισμού -ένα κύμα, όμως, που δεν κατέκτησε πραγματικά ευρύτερα στρώματα της Δυτ. Γεργανίας, ιδιαίτερα λόγω των κινδύνων που εγκυμονούσε για το βιοτικό επίπεδο και την οικονομική σταθερότητά τους.

Γι’ αυτό και ο υποψήφιος καγκελάριος Λαφοντέν επέκρινε την πολιτική βιαστικής και βίαιας οικονομικής ενοποίησης, προειδοποιώντας για τις πιθανότατες αρνητικές επιπτώσεις στην Ανατολή. Πράγμα όμως που δεν σήμαινε καθόλου και μια κριτική αρχών της ενοποίησης. Αντίθετα, το SPD με τον Λαφοντέν επικεφαλής υποστήριζε ολόψυχα τη διαδικασία, κατακρίνοντας μόνο λεπτομέρειες της πολιτικής του Κολ. Το καλοκαίρι του ’90 όμως φαινόταν σαν σοβαρότατο σημείο σύγκρουσης το λεγόμενο «συμβόλαιο ενοποίησης», που πραγματικά δεν αποτέλεσε τίποτε περισσότερο από ένα τελικό ξεπούλημα και μια απόλυτη υποταγή της πρώην ΓΛΔ κάτω από την εξουσία του δυτικογερμανικού κράτους. Ο Λαφοντέν απειλούσε πως το SPD θα αρνιόταν τη συμφωνία αν δεν άλλαζαν μερικά σημεία. Προφανώς, ήταν απλώς  η εκλογική εκστρατεία του SPD που είχε αποκορυφωθεί. Το ίδιο φανερή όμως ήταν και η έλλειψη εναλλακτικού σχεδίου εκ μέρους της ηγεσίας του SPD, έτσι ώστε πολλά στελέχη άρχισαν να αντιστέκονται στην αρνητική στάση του Λαφοντέν. Το αποτέλεσμα ήταν ότι, μπορεί ο Λαφοντέν να «επέμεινε» στην κριτική του, ταυτόχρονα όμως ανακοίνωνε πως το SPD δεν θα μπλόκαρε το «συμβόλαιο ενοποίησης» στη Βουλή! ‘Ολα αυτά έδειχναν δημόσια ότι το SPD βρισκόταν σε μίζερη κατάσταση, στα όρια της γελοιοποίησης.

‘Αλλο χαρακτηριστικό «επεισόδιο» του Λαφοντέν ήταν η ξαφνική αλλαγή γνώμης -επίσης το καλοκαίρι του ’90- σχετικά με το θέμα των προσφύγων του τρίτου κόσμου. Από χρόνια αποτελεί το αγαπημένο θέμα των πιο δεξιών του κυβερνώντος Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος, ιδιαίτερα της Βαυαρίας και των καινούριων φασιστικών συγκροτημάτων που διεκδικούν την αλλαγή του Συντάγματος σε βάρος των προσφύγων. Το Σύνταγμα εγγυάται επίσημα το δικαίωμα παραμονής για όσους καταδιώκονται για πολιτικούς λόγους, δικαίωμα που είχε υιοθετηθεί κάτω από τις ζωηρές αναμνήσεις της ναζιστικής δικτατορίας, το 1949. Οι δεξιοί το θεωρούν «αγκάθι στο μάτι» και θέλουν την κατάργηση αυτού του δικαιώματος, επιχειρηματολογώντας πως οι περισσότεροι είναι «οικονομικοί» πρόσφυγες και απειλούν τη Γερμανία με αλλοίωση πληθυσμού. Ο Λαφοντέν, γνωστός ως σχετικά «αριστερός» πολιτικός της σκηνής της Βόνης, ανακοίνωσε, τον Ιούλιο, πως είναι υπέρ «ενός δικαιώματος προσφύγων» που θα έβρισκε τη συμφωνία της μεγάλης πλειοψηφίας των Γερμανών πολιτών. Εξάλλου, όπως τόνισε, υπάρχουν μερικές χώρες όπου δεν υπάρχει πολιτική καταδίωξη και ως εκ τούτου αποκλείεται να δημιουργούν πολιτικούς πρόσφυγες. Ψάχνοντας για καινούριες ψήφους υπέρ του SPD, ο Λαφοντέν συμπεριέλαβε έτσι τις απόψεις των ακροδεξιών του κυβερνητικού στρατοπέδου σε ένα από τα πιο ευαίσθητα θέματα της εσωτερικής πολιτικής. Μερικοί μετριοπαθείς δεξιοί του SPD δήλωσαν γι’ αυτό πως δεν συμφωνούσαν με τις απόψεις του δικού τους υποψήφιου καγκελάριου και υποστήριζαν τη διατήρηση της ισχύουσας νομικής κατάστασης.

Με αφορμή τις πρόσφατες ανατολικογερμανικές κινητοποιήσεις ενάντια στον Κολ, το SPD έστειλε το ηγετικό στέλεχος Vogel, στα τέλη του Μάρτη, στη Λειψία (25.3.91). Εκεί υπερασπίστηκε τον Κολ ενάντια στην οξεία κριτική των διαδηλωτών.

«Ο καγκελάριος δεν είναι υπεύθυνος για όσα συσσωρεύονταν από 40 χρόνια σοσιαλισμό», είπε ο σοσιαλδημοκράτης, που σύμφωνα με την επίσημη ιδεολογία του κόμματος είναι υπέρ ενός «δημοκρατικού σοσιαλισμού». Ο επίσης σοσιαλδημοκράτης δήμαρχος της Λειψίας, που υποστηρίζει ότι «η Βόνη ασφαλώς δεν θέλει το κακό μας», δέχεται οργισμένα σφυρίγματα δεκάδων χιλιάδων ακροατών.

Ιδιαίτερη ευθύνη για την ανάπτυξη αντιστασιακής προοπτικής έχουν τα συνδικάτα, παραδοσιακά κάτω από την ιδεολογική ηγεσία του SPD, γεγονός που δεν αποκλείει συχνές τριβές με το κόμμα. Το έτος 1990 συγκλόνισε τα ανατολικογερμανικά συνδικάτα, που πριν την κατάρρευση της ΓΛΔ υπήρξαν μαζικές οργανώσεις του κυβερνώντος κόμματος χωρίς καμιά δυνατότητα ανεξάρτητων κινήσεων. Αυτό όμως άλλαξε με αυξανόμενο ρυθμό στην αρχή του ’90. Το Φλεβάρη η FBGB (Ομοσπονδία των Συνδικάτων της ΓΛΔ) οργάνωσε εκστρατεία υπέρ ενός νομοσχεδίου που θα εξασφάλιζε σαφή δικαιώματα, μεταξύ άλλων, σχετικά με την απαγόρευση του λοκ-άουτ, με τις προσλήψεις, απολύσεις, κλπ. Αν περνούσε αυτό το νομοσχέδιο η Γερμανία θα αποκτούσε το πιο προοδευτικό συνδικαλιστικό νόμο ενδεχόμενα σ’ όλον τον κόσμο. Η δυτική IG Metall (Συνδικάτο Μετάλλου) το θεώρησε θετικό, ενώ το SPD κρατούσε συγκρατημένη στάση. Το συνδικάτο ανθρακωρύχων του ίδιου του FBGB, όμως, καταδίκασε το νομοσχέδιο ισχυριζόμενο ότι ήταν «μη-ρεαλιστικό» και θα ήταν κατάλληλο μόνο για δικτατορικά κράτη! Στο συνέδριο του FBGB ψήφισαν οι περισσότεροι αντιπρόσωποι υπέρ της κήρυξης γενικής απεργίας στην περίπτωση απόρριψης του νομοσχεδίου από τη Βουλή. Στο τέλος βέβαια, η DGB (Ομοσπονδία των δυτικών συνδικάτων) και η δυτική IG Metall υποχώρησαν.

Τέθηκε το θέμα του μέλλοντος των ανατολικών συνδικάτων στην ενοποιημένη Γερμανία. Επίσης στη Δύση, αποφασίστηκε το τέλος των ανατολικων συνδικάτων και η διάλυσή τους, παρά το γεγονός ότι 90% των εργαζομένων ήταν οργανωμένοι. Οι Δυτικοί προφανώς φοβήθηκαν τόσο την κακή φήμη λόγω του παρελθόντος όσο και τις απειλητικές προσπάθειες απελευθέρωσης και αυτοδιάθεσης των Ανατολικογερμανών, πράγματα που δεν θα συνέφεραν καθόλου το γραφειοκρατικό μηχανισμό της DGB. ‘Ετσι, υποχρεώνονται οι Ανατολικογερμανοί να γίνουν μέλη των δυτικών συνδικάτων ένας-ένας. Παρόλα αυτά το DGB έπρεπε να απορροφήσει πολλά στελέχη των διαλυμένων συνδικάτων. .π {Παρ’ όλες τις κομπίνες και την προφανή προθυμία της γραφειοκρατίας να συνεργαστεί και μάλιστα με την κυβέρνηση για να «ανακουφιστεί» η μιζέρια της Ανατολής, υπάρχουν και τάσεις για συνδικαλιστική οργάνωση της εργατικής αντίστασης. Τη στιγμή της ενοποίησης οι μέσοι δυτικοί μισθοί ήταν 2,5 φορές υψηλότεροι από τους ανατολικούς. Το Μάρτη οι βιομήχανοι μετάλλου και ηλεκτρικών συσκευών συμφώνησαν σε σύμβαση εργασίας μέχρι το ’94 η οποία προβλέπει ότι οι «ανατολικοί» μισθοί ανέρχονται στο 60% των δυτικών μισθών φέτος, ενώ μόνο το ’94 θα φτάσουν το 100%. Από την άλλη πλευρά δεν ισχύει τέτοια εξομοίωση για τα υπόλοιπα μέρη της σύμβασης, όπως εργασιακές ώρες, επίδομα άδειας, κλπ., έτσι ώστε το χάσμα δεν θα γεφυρωθεί πριν το 2000. Παρ’ όλα αυτά αποτελεί μερική επιτυχία αυτή η σύμβαση. Βέβαια, δεν θα ωφελήσει και πολύ αν το καλοκαίρι η ανεργία αυξηθεί σε 30-50%, όπως προβλέπεται.

Πρέπει να σημειωθεί ότι όργανα των συνδικάτων και ιδιαίτερα της IG Metall άρχισαν να συγκεντρώνουν την οργή των εξαπατημένων Ανατολικογερμανών. Οξύτερο από ποτέ, στη γερμανική μεταπολεμική ιστορία, είναι το γεγονός ότι τα συνδικάτα βρίσκονται στη γραμμή του πυρός μεταξύ των συμφερόντων των βιομηχάνων και της κυβέρνησης αφενός, της εργατικής τάξης αφετέρου.

Στην πάλη για ανθρώπινες εργασιακές συνθήκες οι εργαζόμενοι δεν θα διαθέτουν άλλο οργανωτικό όπλο από τα συνδικάτα. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η διαμάχη ανάμεσα στη γραφειοκρατία και στα αγωνιστικά μέλη θα κλιμακωθεί στο μέλλον.

Φασιστικές τάσεις

Μια άλλη αντίδραση στην οικονομική και κοινωνική κρίση είναι το δυνάμωμα της φασιστικής βίας. Ιδιαίτερα πολλοί νέοι απελπισμένοι και χωρίς προοπτική ζωής, καταφεύγουν σ’ αυτήν τη «διέξοδο». Στη Δυτική Γερμανία έγινε αισθητή αυτή η εξέλιξη στην αρχή της δεκαετίας του ’80, όταν ξαφνικά εξαπλώθηκε η μαζική ανεργία. Φασιστικές οργανώσεις και ιδιαίτερα οι πιο βίαιες, στρατολογούσαν οπαδούς π.χ. ανάμεσα στους «φιλάθλους» ποδοσφαιρικών ομάδων. Ταυτόχρονα ανέβηκε η ξενοφοβία ενάντια στους Τούρκους και, σε μικρότερο βαθμό, στους πρόσφυγες της Ανατολικής Ευρώπης. Κανένας δεν μπορεί να αμφισβητήσει πως η κυβερνητική πολιτική προωθούσε και προωθεί συνειδητά την ξενοφοβία εμποδίζοντας συστηματικά και δια μέσου αντιδραστικότατων νόμων τη νομική ισότητα των ξένων.

Το 1983-84 η κυβέρνηση έκανε μια προπαγανδιστική εκστρατεία για τον «εθελοντικό επαναπατρισμό» ξένων εργατών. Οι πρόσφυγες του τρίτου κόσμου συκοφαντούνται με εγκληματικό τρόπο. Οι Χριστιανοδημοκράτες ελπίζουν έτσι να κερδίσουν πλατιά στρώματα που τρέφουν ξενοφοβικές και ρατσιστικές προκαταλήψεις. Ο βίαιος ρατσισμός αποτελεί έτσι την ιδανική αφετηρία για την ανάπτυξη της φασιστικής πολιτικής. Η αντίδραση του SPD είναι, όπως ήδη σημειώθηκε, λιγότερο από αδύναμη, επειδή ένας συνεπής αγώνας υπέρ των δικαιωμάτων των ξένων θα μπορούσε να κοστίσει σε ψήφους. Γι’ αυτό και τα συνδικάτα συγκρατούνται. Πρέπει όμως κανείς να ξέρει πως οι ξένοι και προπαντός οι Τούρκοι και οι Κούρδοι εργάτες, κατά τη διάρκεια της μεγάλης απεργίας, για τις 35 ώρες, πάλεψαν στην πρώτη γραμμή και εξακολουθούν να αποτελούν τους πιο πιστούς οπαδούς της IG Metall και των άλλων συνδικάτων. Και η αντίσταση των Πράσινων οι οποίοι πριν από χρόνια απαιτούσαν καινούριους νόμους υπέρ των ίσων δικαιωμάτων, είναι κυρίως θεωρητική και μειώθηκε, ενώ εν μέρει εξαπλώθηκε η αδιαφορία («ρεάλος»).

Κάτω από αυτές τις συνθήκες άρχισε η άνοδος των «Republikaner» , ενός επίσημα «δημοκρατικού» κόμματος που στην πραγματικότητα λειτουργεί ιδεολογικά και προγραμματικά σαν φασιστικό κόμμα. Το ’89 πήρε σε τοπικές εκλογές κατά μέσο όρο το 8-9%, ενώ στη νότια Γερμανία (Βαυαρία, Βάδη, Βυρτεμβέργη) σχεδόν το 15% των ψήφων. Κατά τη διάρκεια της ενοποίησης και προφανώς λόγω της αρκετά «εθνικιστικής» πολιτικής της κυβέρνησης, έχασε έδαφος λαμβάνοντας μόνο το 2,1% στις εκλογές του Δεκεμβρίου του ’90. Γενικά οι ακροδεξιοί εξακολουθούν να είναι διασπασμένοι και δεν κατάφεραν να δημιουργήσουν μαζικό κίνημα.

Το κύμα φασιστικής βίας που ξέσπασε πρόσφατα στην Ανατολική Γερμανία και κλιμακώθηκε με τη δολοφονία ενός μαύρου, ο οποίος πετάχτηκε από το παράθυρο ενός τραμ, και με τις επιδρομές ενάντια σε Πολωνούς ταξιδιώτες, οφείλεται ασφαλώς στην απελπισία πλατιών στρωμάτων νέων εξαιτίας της οικονομικής κατάστασης.

Στην αναζήτηση για τις αιτίες αυτών των αισχρών επεισοδίων δεν πρέπει να κρύψουμε ότι η παλιά ηγεσία της ΓΛΔ επί χρόνια ανακάλυπτε την ξενοφοβία. Κράτησε τους ξένους εργάτες (μαύρους, Βιετναμέζους) σε γκέτο, απομονώνοντάς τους από τους Γερμανούς. Το 1980-82, όταν στην Πολωνία η Solidarnosc συγκλόνιζε τη γραφειοκρατική κυριαρχία, η Στάζι σκόρπισε τη δυσφήμιση για το ότι «οι Πολωνοί είναι τεμπέληδες και δεν θέλουν να εργάζονται». ‘Οταν μια έλλειψη ποδηλάτων εμφανίστηκε στην ανατολικογερμανική αγορά, ισχυρίστηκαν πως οι Βιετναμέζοι τα αγόραζαν όλα και τα έστελναν στο Βιετνάμ!

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η απειλή εμφάνισης μαζικού φασιστικού κινήματος επικρέμεται για τα επόμενα χρόνια, ιδιαίτερα βέβαια αν η οικονομική κρίση οξυνθεί και εκατομμύρια άνθρωποι οδηγηθούν στην απελπισία.

Γυναίκες της ΓΛΔ: Η επιβολή της καπιταλιστικής πατριαρχίας

Σε πολλούς τομείς η ιδεολογία του «νόμου του πιο δυνατού» μετατρέπεται σε σκληρή πραγματικότητα. Το μαθαίνουν τώρα ιδιαίτερα οι γυναίκες της Ανατολής, οι οποίες είναι οι χαμένες της γερμανικής ενοποίησης. Στη ΓΛΔ του ’89 δούλευε ακόμα το 80% των γυναικών. Αυτό ήταν δυνατό επειδή το κράτος τους προσέφερε ένα ευρύ και ανέξοδο δίκτυο παιδικών ιδρυμάτων. ‘Εστω και αν είχε παιδιά, η γυναίκα δεν χρειαζόταν απαραιτήτως άνδρα. Δεν υπήρχε ο κίνδυνος κοινωνικής περιθωριοποίησης και πτώχευσης με τον οποίο απειλούνται οι γυναίκες της «πλούσιας» ΟΔΓ, σε τέτοιες περιπτώσεις. Βέβαια, είναι αλήθεια ότι η διπλή απασχόληση της γυναίκας στη δουλειά και στο σπίτι ούτε στη ΓΛΔ δεν είχε καταργηθεί, αλλά ήταν γεγονός πως η συντριπτική πλειοψηφία είχε οικονομικά ανεξάρτητη ύπαρξη, πράγμα που αποτελούσε μεγάλη πρόοδο. Πρέπει να σημειωθεί ότι στην ΟΔΓ μόνο το 43% των γυναικών εργάζεται, και από αυτές το ένα τρίτο έχει μόνο μερική απασχόληση.

Τώρα όμως οι Ανατολικογερμανίδες απομακρύνονται σταθερά από την εργατική ζωή. Το ποσοστό εργαζομένων γυναικών μειώθηκε σε κάτω από 60%. Τον Γενάρη του ’91 πάνω από 1,1 εκατ. γυναίκες ήταν άνεργες ή είχαν τη λεγόμενη «μερική απασχόληση» που στην πραγματικότητα σημαίνει την αρχή της ανεργίας. Πρόκειται μόνο για τα επίσημα στοιχεία. Η καινούρια επιβολή της «ανταγωνιστικότητας» των επιχειρήσεων οδήγησε στο κλείσιμο νηπιαγωγείων. Οι τιμές τέτοιων ιδρυμάτων προσαρμόζονται σταδιακά στο δυτικό επίπεδο. Η καλπάζουσα ανεργία ωθεί την τάση να κρατούνται τα παιδιά στο σπίτι. Αυξάνονται οι ενδείξεις οξυμένου ανταγωνισμού ανάμεσα στα φύλα, τόσο στην αγορά εργασίας όσο και μέσα στις οικογένειες. Το Spiegel γράφει: «Η βία μέσα στις οικογένειες και ενάντια στις γυναίκες, η οποία αποτελούσε ταμπού μέχρι την αλλαγή, αυξήθηκε απότομα. Οι άντρες κάνουν στο σπίτι τους πασάδες και οι απολυμένες σύζυγοι φροντίζουν το νοικοκυριό. Οι γυναίκες καθηλώνονται σε αυτή την κατάσταση άοπλες». (Μάρτης ’90).

Φοβερή επιδείνωση για τις Ανατολικογερμανίδες αποτελεί ο νόμος για την έκτρωση, με τη διαβόητη παράγραφο 218. Στη ΓΛΔ ίσχυσε ο «κανόνας προθεσμίας» σύμφωνα με τον οποίο οι γυναίκες μπορούσαν να κάνουν έκτρωση εντός τριών μηνών και δωρεάν στο νοσοκομείο. Στη Δύση επιτρέπεται η έκτρωση μόνο όταν η γυναίκα μπορεί να αποδείξει ότι βρίσκεται σε ιδιαίτερη κατάσταση ανάγκης, π.χ. βαρύτατα ψυχικά ή οικονομικά προβλήματα, βιασμό κλπ. Ετσι, πολλές γυναίκες πηγαίνουν ακόμα για έκτρωση στην Ολλανδία, όπου μπορεί να γίνει νόμιμα. Η γερμανική βουλή αποφάσισε πέρισυ την επιβολή του ταπεινωτικού δυτικογερμανικού νόμου σε τρία χρόνια. Αν και προκάλεσε την οργή όλων των συλλόγων που ασχολούνται σοβαρά με γυναικεία θέματα, οι διαμαρτυρίες απέτυχαν μέχρι στιγμής.

Ο κρατικός προϋπολογισμός: ανεργία, μιλιταρισμός, ελλείμματα

Η μοίρα του γερμανικού καπιταλισμού, και μαζί μ’ αυτόν πραγματικά ολόκληρης της καπιταλιστικής Ευρώπης, συνδέεται καθοριστικά με την ειδική εξέλιξη της οικονομίας. Επιβεβαιώθηκε η εκτίμηση ότι η ενσωμάτωση της ΓΛΔ θα αποτελούσε ριψοκίνδυνη περιπέτεια ακόμα και για την ίδια την άρχουσα τάξη. ‘Ετσι, δεν είναι τυχαίο ότι εμφανίστηκαν σημαντικές διαστάσεις απόψεων σχετικά με τη διεκπεραίωση της οικονομικής ενοποίησης και των σχετικών προβλημάτων.

Ενδεικτική είναι η παρατήρηση του κ. Pohl, προέδρου της Bundesbank (της κεντρικής τράπεζας, που αντίθετα με άλλες χώρες είναι ανεξάρτητη από την κυβέρνηση), στο πλαίσιο μιας συζήτησης γύρω από την ευρωπαϊκή νομισματική ένωση: ‘Ελεγε ότι η γερμανική νομισματική ενοποίηση αποτελεί αρνητικό παράδειγμα για το πώς δεν πρέπει να πραγματοποιηθεί η ευρωπαϊκή ένωση. Αυτή η γερμανική νομισματική ενοποίηση έγινε «από τη μια μέρα στην άλλη, σχεδόν χωρίς καμιά προετοιμασία, χωρίς τη δυνατότητα διόρθωσης και εξάλλου και με λάθος συναλλαγματική ισοτιμία». Και παρακάτω: «Το ότι οι επιπτώσεις είναι καταστροφικές, δεν με εκπλήσσει. Το αποτέλεσμα ήταν προβλέψιμο».  Είναι αλήθεια πως ο Pohl το καλοκαίρι του ’90 είχε μιλήσει κατά της συναλλαγματικής ισοτιμίας 1:1 (δυτικό-ανατολικό μάρκο). Αυτό σημαίνει μόνο ότι ήθελε οι πολίτες, γυναίκες και άνδρες, της ΓΛΔ να πληρώσουν ακόμα περισσότερα για την ενοποίηση.

Σε όφελος των ανατολικών επιχειρήσεων θα μπορούσαν να ακυρωθούν τα χρέη τους, ως πρώτο βήμα προς την οικονομική εξυγίανση. Αυτό το μέτρο δεν εφαρμόστηκε επειδή δεν ανταποκρίθηκε στα συμφέροντα του δυτικού μεγάλου κεφαλαίου. Οι ανατολικές τράπεζες ιδιωτικοποιήθηκαν στο μεταξύ και έτσι οι «γερμανικές τράπεζες» κ.λπ. βγάζουν ωραία κέρδη από τα παλιά χρέη των ανατολικών επιχειρήσεων, σύμφωνα με το σύνθημα: κλείσιμο των εργοστασίων, κατάκτηση της υπαρκτής αγοράς από τα κονσέρν και τις τράπεζες. Ετσι δημιουργείται καλπάζων πληθωρισμός, το κόστος του οποίου πρέπει να πληρώσει η μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού.

Η δομή της πρόσφατης γερμανικής οικονομίας αντανακλάται φανερά στον κυβερνητικό προϋπολογισμό του ’91. ‘Οπως στους προϋπολογισμούς όλων των ιμπεριαλιστικών κρατών, διαμορφώθηκαν τρεις μεγάλοι τομείς, που λέγονται «κοινωνικά έξοδα», «άμυνα» και «πληρωμή των χρεών». Φαίνεται ότι ο στρατιωτικός εξοπλισμός κοντεύει να κατακτήσει την πρώτη θέση. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία ξοδεύονται για την «άμυνα» «μόνο» 52,6 δις μάρκα.

Η κυβέρνηση όμως δήλωσε ότι χρηματοδοτεί με 20 δις μάρκα τον πόλεμο του Κόλπου. Ετσι είναι σαφές ότι το πραγματικό στρατιωτικό κόστος ανέρχεται σε πάνω από 80 δις μάρκα. Το μεγαλύτερο μέρος είναι «εργασία και κοινωνικό κόστος» που στην πραγματικότητα περιλαμβάνει τα έξοδα για την ανεργία και τις επιπτώσεις της αντικοινωνικής κυβερνητικής πολιτικής. Αυτά τα έξοδα είναι απαραίτητα για να μην μετατραπεί η ανησυχία των εξαπατημένων εργαζομένων σε ανοικτή ανταρσία. Είναι έκφραση της αναμενόμενης εκρηκτικής κοινωνικής κατάστασης.

Ο τρίτος τομέας είναι τα «ομοσπονδιακά χρέη», δηλαδή τα έξοδα για τη χρηματοδότηση των παλιών και καινούριων χρεών ως τόκοι στις τράπεζες κ.λπ. Ανέρχεται σε 51 δις μάρκα επίσημα, πραγματικά όμως σε 60 δις, όπως υπολογίζουν οι αστικές εφημερίδες (1990: 40,5 δις). Ο προϋπολογισμός δείχνει πως η πληρωμή των χρεών στο μέλλον θα κατακτήσει την πρώτη θέση, όπως σήμερα κιόλας στην Ιταλία και στην Ελλάδα. Η καινούρια χρέωση του ’91 ανέρχεται στο τριπλό του ’90, δηλαδή σε 100 δις. Επιβεβαιώνονται οι υπολογισμοί του περιοδικού Spiegel, σύμφωνα με τους οποίους η ενοποίηση θα κοστίζει 100 δις μάρκα ετησίως μέχρι το 2000.

Το ’91 το γερμανικό κράτος ξοδεύει 220 δις μάρκα, (ή 60% του προϋπολογισμού) για το καταστρεπτικό δυναμικό του και για τα αρνητικά φαινόμενα της πολιτικής του. Το προσωρινό αποτέλεσμα της ενοποίησης θα είναι η αύξηση της ανεργίας σε 5-6 εκατ. ανέργους το φθινόπωρο του ’91. Εξάλλου, η γερμανική οικονομία απειλείται από την ύφεση της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας. Αυτή η επιδείνωση αποδείχθηκε ήδη το ’90, καλυμμένη όμως από το «μπουμ» εξαγωγής προς την Ανατ. Γερμανία.

Το λεγόμενο «κοινωνικό δίκτυο» δε θα μπορέσει να καλύψει τα φοβερά ελλείμματα που δημιουργούνται. Κινδυνεύει η μεγάλη πλειοψηφία ολόκληρου του πληθυσμού. Εκατοντάδες χιλιάδες θα πτωχεύσουν, οι αδύναμοι -γυναίκες, ξένοι, νέοι, γέροι- θα χτυπηθούν ιδιαίτερα σκληρά. Το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων, τα δημοκρατικά και συνδικαλιστικά δικαιώματα θα εκτεθούν στην πολιτική της οξείας λιτότητας. Σ’ αυτήν την απειλητική κατάσταση, η Αριστερά χρειάζεται καινούρια σχέδια και νέους προσανατολισμούς. Ιδιαίτερα σημαντικά φαίνονται τα ακόλουθα σημεία:

  • Το κεντρικό σχέδιο της Αριστεράς πρέπει να είναι η δημιουργία ίδιων συνθηκών ζωής στη Δύση και στην Ανατολή, και το γρηγορότερο δυνατόν.

  • Αυτή η μάχη δεν μπορεί να περιοριστεί στην Ανατολή, όπου το 50% των απασχολούμενων απειλούνται από την εξαθλίωση, αλλά είναι και το καθήκον της δυτικής Αριστεράς και του συνδικαλιστικού κινήματος.

  • Χρειάζεται λεπτομερές πρόγραμμα ενάντια στη μαζική ανεργία. Για τη χρηματοδότηση π.χ. μπορούν να διατεθούν τα 60 δις μάρκα του στρατιωτικού προϋπολογισμού και τα 800 δις των πλούσιων και υπερπλούσιων, τα οποία βρίσκονται ακόμα συσσωρευμένα στους λογαριασμούς ως συνέπεια, μεταξύ άλλων, της καταλήστευσης της πρώην ΓΛΔ.

  • Πέντε εκατ. άνεργοι θα κόστιζαν στο κράτος 120 δις μάρκα ετησίως, μην υπολογίζοντας πως οι άνεργοι δεν επιτρέπεται να δουλεύουν παραγωγικά. Αναγκαία είναι η χρησιμοποίηση των χρημάτων κατά της μαζικής ανεργίας.

  • Θάπρεπε να αναπτυχθεί ένα πρόγραμμα κοινωνικά χρήσιμων επενδύσεων ως «συγκεκριμένη ουτοπία». Στοιχεία τέτοιου προγράμματος θάπρεπε να αποτελέσουν:

  • Ενα σχέδιο για την κατασκευή σπιτιών και κατοικιών το οποίο πρέπει να αναπτυχθεί από τα κάτω (πρωτοβουλίες πολιτών, κοινότητες, συνδικάτα) προς τα πάνω (αρχές, υπουργείο).

  • Πρέπει να σταματήσει η ανεξέλεγκτη επέκταση της βιομηχανίας αυτοκινήτων, η οποία κυριαρχεί καθοριστικά στην κυβερνητική πολιτική. Η «αυτοκινητοποίηση» της Ανατολής θα οδηγούσε αναπόφευκτα στην πελώρια καταστροφή των πόλεων και των τοπίων, στην ανεύθυνη μόλυνση του περιβάλλοντος και στην εξαφάνιση των δασών.

  • Στον τομέα της ενέργειας, πρέπει να πραγματοποιηθεί η αλλαγή υπέρ της ενεργειακής οικονομίας. Η ατομική ενέργεια πρέπει να καταργηθεί, η προμήθεια ρεύματος πρέπει να αποκεντρωθεί. Απαραίτητες είναι επενδύσεις σε εναλλακτικές ενέργειες κατάλληλες για το περιβάλλον (αιολική, ηλιακή,…).

Για την ανάπτυξη τέτοιου προγράμματος θα ήταν απαραίτητη η συντονισμένη δράση επιτροπών πολιτών, των συνδικάτων, των Πράσινων, της Συμμαχίας ’90, του PDS, τμημάτων του SPD κλπ. Η ηγεσία του SPD, όμως, προτιμά τη συνεργασία με την κυβέρνηση σε κοινοβουλευτικές επιτροπές που πρόκειται να ασχοληθούν με την οικονομική μιζέρια της Ανατολής.

‘Ενα τέτοιο μαχητικό πρόγραμμα θα προσέφερε την κατάλληλη εναλλακτική λύση στην κυβερνητική πολιτική, θα εγγυόταν ότι τα χρήματα χρησιμοποιούνται όχι καταστροφικά, αλλά κοινωνικά παραγωγικά. Θα δημιουργούσε εκατομμύρια θέσεις εργασίας. Για τέτοιους στόχους θα μπορούσε να κινητοποιηθεί ολόκληρη η κοινωνία. Τα συνδικάτα που κατηγορούνται ότι «θέλουν μόνο μεγαλύτερο μισθό και λιγότερο χρόνο εργασίας» και «δεν κάνουν τίποτα για τον κόσμο της Ανατολικογερμανίας» θα μπορούσαν να πάρουν την πρωτοβουλία δείχνοντας καινούριες προοπτικές.

Η δύσκολη μάχη|για την επιβίωση του PDS

Η μεγαλύτερη δύναμη της ανατολικογερμανικής Αριστεράς είναι το PDS που προήλθε από το πρώην κυβερνών κόμμα (ΣEK), αλλά μέσα σε ένα χρόνο άλλαξε σε μεγάλο βαθμό ο χαρακτήρας του. Από τα 2,3 εκατ. μέλη του πρώην σταλινικού κόμματος (ένα πέμπτο όλων των εργαζομένων) παρέμειναν 230.000 μέχρι το Mάιο του ’91. Μετά τη συνθηκολόγηση της κυβέρνησης Μόντροου στη Βόνη, το κόμμα που παραλίγο να καταρρεύσει έκανε καινούρια αρχή ως μοντέρνο «δημοκρατικό – σοσιαλιστικό» κόμμα.  Το ΣΕΚ ήταν από καιρό αντιδραστικό, αφού εμπόδιζε το σοσιαλισμό

Σήμερα, προγραμματικά παρουσιάζεται ως «αριστερό σοσιαλιστικό κόμμα, δίπλα στη σοσιαλδημοκρατία».  Ο σοσιαλισμός παρουσιάζεται σαν έκφραση παλαιότατων ιδεωδών της ανθρωπότητας και σαν «ιδέα είναι τόσο αθάνατος όσο ο χριστιανισμός». Αφού ο καπιταλισμός αποδείχθηκε ανίκανος να λύσει τα προβλήματα του κόσμου, υπάρχει η αναγκαιότητα του σοσιαλισμού. Το PDS βλέπει τον εαυτό του «ριζωμένο στο σοσιαλιστικό κομμουνιστικό και σοσιαλδημοκρατικό εργατικό κίνημα», αναφερόμενο στις ιδέες του Μαρξ, του Ενγκελς, της Λούξεμπουργκ, του Λένιν, του Γκράμσι -αλλά και του Μπερνστάιν και του Κάουτσκι. Υποστηρίζει μια οικονομία της αγοράς με δημοκρατικούς ελέγχους και τις περισσότερες από τις απαιτήσεις των συνδικάτων και των κοινωνικών κινημάτων. Λείπουν όμως η διεκδίκηση για ριζική μείωση του χρόνου εργασίας – που έχει καθοριστική σημασία στις σημερινές συνθήκες – και το κάλεσμα για αυτενέργεια των μαζών. Το PDS δε λέει τίποτα για τη στρατηγική ή για τις μεθόδους τακτικής, δηλαδή για το πώς θέλει να διαμορφώσει τον σοσιαλισμό. «Ο δημοκρατικός σοσιαλισμός είναι για μας ο δρόμος προς καινούριες κοινωνικές δομές», λέει το πρόγραμμα και ο πρόεδρος Γκίζι συμπληρώνει ότι αυτός ο σοσιαλισμός είναι «κατορθωτός μόνο με ειρηνικό δρόμο».

Η μεταμόρφωση από το ΣΕΚ στο PDS έγινε πολύ απότομα και δεν άφησε πολύ χρόνο για ουσιαστικές προγραμματικές συζητήσεις. Ετσι υποφέρει βαριά από την παλιά σταλινική κληρονομιά.  Η επιρροή του PDS στη νεολαία είναι ασήμαντη. Το χειρότερο πρόβλημα είναι η ανοικτή δυσπιστία ή η μερική εχθρότητα που αντιμετωπίζει το PDS μέσα στην εργατική τάξη. Προσπαθεί μεν να αναπτύξει δραστηριότητες στα εργοστάσια και στα συνδικάτα, αλλά απορρίπτονται με περιφρονητικό τρόπο από τους περισσότερους. «‘Εστω ότι έχετε δίκιο. Αλλά όχι με σας, ποτέ πια», λένε πολλοί. ‘Ετσι περιορίζεται η επιρροή του κόμματος ουσιαστικά στην παλιά γραφειοκρατία και σε κύκλους προοδευτικών διανοουμένων.

Με την ενοποίηση το PDS έγινε κόμμα μιας περιοχής. Πριν από τις εκλογές του Δεκέμβρη προσπάθησε να εξαπλωθεί μέχρι τη Δύση με στόχο «να δημιουργηθεί επιτέλους ένα κόμμα αριστερά από το SPD σε ολόκληρη τη Γερμανία». Στην ΟΔΓ υπήρχαν υπολείμματα του παλιού μικρού ΚΚ (DKP), μερικοί απογοητευμένοι σοσιαλδημοκράτες, πρώην αριστεροί πράσινοι και μερικές μικρές ομάδες της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς που έδειχναν ενδιαφέρον για το καινούριο κόμμα. Ο Γκίζι διευκρίνισε ότι η ηγεσία ήθελε συνεργασία στα πλαίσια μιας «ρεαλιστικής» πολιτικής: «Θέλουμε ένα κόμμα της δημοκρατικής αντιπολίτευσης που δεν θα οδηγεί σε αριστερίστικη επαναστατικότητα». Το PDS έκανε την προσφορά της «οικοδόμησης ενός ευρύτερου αριστερού κινήματος» χωρίς οι διάφορες ομάδες να παραιτηθούν από την οργανωτική ανεξαρτησία τους. Στην πραγματικότητα όμως ιδρύθηκε η «Αριστερή Λίστα/PDS» κάτω από την ηγεσία του κόμματος και τα μέλη της»Λίστας» δεν πρόκειται να ανήκουν και σε άλλες συσπειρώσεις. Το δυτικό εκλογικό αποτέλεσμα ήταν καταθλιπτικό: 0,3% των ψήφων, το ίδιο που συνήθως έπαιρνε το δυτικό ΚΚ. Το PDS βγήκε στη Βουλή επειδή στην Ανατολή πήρε 7%, δηλαδή παραπάνω από το απαραίτητο ποσοστό που είναι 5%. Και στην Ανατολή μειώθηκε η υποστήριξη εκ μέρους του εκλογικού σώματος, από 1,9 εκατ. ψήφους το Μάρτη του ’90 σε περίπου 1 εκατ. το Δεκέμβρη.

Με όλα αυτά τα δεδομένα δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το PDS μπήκε σε κρίση επιβίωσης. Παρ’ όλα αυτά παραμένει προσωρινά το μεγαλύτερο και προγραμματικά πιο προοδευτικό όλων των κάπως μεγάλων κομμάτων της Αριστεράς, συγκριτικά με τους Πράσινους και με την ανατολικογερμανική «Συμμαχία ’90». Το αν μπορέσει να επιζήσει θα εξαρτηθεί από την ικανότητα να επεμβαίνει στα συνδικάτα και στα μαζικά κινήματα και να αναπτύσσει προοπτικές κοινωνικής αντίστασης.

‘Ενα δεύτερο «λίγο πιο αριστερό» σοσιαλδημοκρατικό κόμμα δεν χωράει στο τοπίο της πολιτικής. Σχετικά με αυτό το θέμα ήταν αξιοσημείωτη η αλλαγή στάσης του PDS. Την άνοιξη του ’90 απαίτησαν ριζική αποστρατιωτικοποίηση αλλά αργότερα παραιτήθηκαν για να μη χάσουν τους «πελάτες» τους του παλιού στρατού οι οποίοι απειλήθηκαν από ανεργία. Ετσι η «αποστρατιωτικοποίηση» σβήστηκε από το πρόγραμμα του PDS.

Στην εχθρότητα όλων των άλλων κομμάτων και τις συνεχείς προσπάθειες απομόνωσης, αντιδρούσε το PDS κυρίως με φόβο και με κινήσεις προσαρμογής στο δεδομένο συσχετισμό δυνάμεων. Αυτό μπορούμε να το παρατηρήσουμε και στο θέμα της ένταξης του πρώην ανατολικογερμανικού στρατού (ΝVA – «Εθνικός Λαϊκός Στρατός») στη «Bundeswehr», το δυτικό στρατό. Αυτό το θέμα υπήρξε (και μάλλον συνεχίζει να είναι) διεθνώς ιδιαίτερα ευαίσθητο, αλλά κιόλας πριν από ένα χρόνο δεν ήταν ριψοκίνδυνη η πρόβλεψη ότι η ενσωμάτωση της πρώην NVA στο στρατό του ΝΑΤΟ δεν θα εμποδιζόταν ούτε από τον Γκορμπατσόφ ούτε από σημαντικές δυνάμεις εντός της Γερμανίας ούτε από κανέναν άλλον. (Βλέπε Σπάρτακος Νο 25).

Είναι αλήθεια ότι κατ’ αρχάς υπήρξε κάποιο κίνημα στον ανατολικό στρατό, υπέρ του δημοκρατικού ελέγχου των απλών στρατιωτών υπέρ της εισαγωγής συμβούλων. Ακόμη ευρύτερο ήταν το ρεύμα που απαιτούσε την κατάργηση του στρατού. Μετά τις εκλογές του Μάρτη του ’90 έγινε πρώτος υπουργός για «άμυνα και αφοπλισμό», όπως ονομαζόταν, ο παπάς ‘Επελμαν, πασίγνωστος για τις ειρηνιστικές ενέργειές του στην ΓΛΔ. Υπήρξε επί χρόνια στέλεχος του κινήματος και όταν ανέλαβε το υπουργείο άνθισαν οι αυταπάτες. Η πραγματική του δουλειά, όμως, ήταν η αβίαστη μετάβαση της NVA στη Bundeswehr. Πολλά στελέχη της NVA, ιδιαίτερα αξιωματικοί, εκκαθαρίστηκαν για πολιτικούς λόγους και απολύθηκαν. Αξιωματικοί της Bundeswehr άρχισαν να εξετάζουν τί και ποιοί θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στον καινούριο ενοποιημένο στρατό. Τον Γενάρη του ’91 οι πρώτοι Ανατολικοί φαντάροι κλήθηκαν στις σημαίες.

Οι Πράσινοι σαν κοινοβουλευτικό|κόμμα: σταθεροποίηση ή τέλος;

Εδώ και χρόνια το πράσινο κόμμα βρίσκεται στο δρόμο προς τα δεξιά. Ουσία της πολιτικής του αποτελεί η επιδίωξη άνευ όρων κυβερνητικών συμμαχιών με το SPD. Το πέτυχε πρόσφατα στα κρατίδια της Κάτω Σαξονίας και της Εσσης, όχι όμως και στη Ρηνανία-Παλατίνατο, όπου το SPD, τραγικά ή ειρωνικά, προτιμά τη συμμαχία με τους φιλελεύθερους.

Οι Πράσινοι αντιστάθηκαν ελάχιστα στην πολιτική του Κολ γύρω από τα θέματα της ενοποίησης. Η εχθρότητα στο κράτος του Χόνεκερ υπερέβαινε συχνότατα τα όρια του γυμνού αντικομμουνισμού. Το φιάσκο στις εκλογές του Δεκέμβρη του ’90 ήταν έκφραση μιας αχρωμάτιστης πολιτικής. Εξάλλου αποδυναμώθηκε από την προπαγανδιστική εκστρατεία του Λαφοντέν ο οποίος υποσχέθηκε την αναδόμηση της «κοινωνικής οικονομίας της αγοράς» και μάλιστα «οικολογικής» προσεγγίζοντας πράσινα θέματα.

Από χρόνια οι Πράσινοι σταμάτησαν να αντιπροσωπεύουν στην πραγματικότητα τα κοινωνικά κινήματα. Δεν υπάρχει ενεργητικό θεμέλιο, το κόμμα επικεντρώνεται στην κοινοβουλευτική επιβίωση, ενώ η αριστερή πτέρυγα «Φούντις» διαλύεται σταδιακά. Στο πρόσφατο συνέδριο του κόμματος η ομάδα της Jutta Ditfurth, του πιο γνωστού παράγοντα, αποχώρησε αφού αποφασίστηκαν αλλαγές στην κομματική δομή, οι οποίες αποβλέπουν στη μεταβολή του σε «κανονικό» παραδοσιακό κόμμα. Τελικά, οι «ρεάλος» δεν κατάφεραν να επιβάλουν όλες τις διεκδικήσεις τους. Δύο σχετικά αριστεροί εκλέχθηκαν σαν αντιπρόσωποι, δηλαδή πρόεδροι.

Το «Αριστερό Φόρουμ» και οι άλλες φράξιες εξέδωσαν κοινή ανακοίνωση τονίζοντας ότι τα «όρια του κοινωνικού συστήματος δεν μπορούν να γίνουν σεβαστά όταν πρόκειται για βασικά οικολογικά προβλήματα». Εξάλλου «απορρίπτεται η άποψη πως η οικονομική ανάπτυξη αποτελεί μέσο για τη λύση των οικολογικών και κοινωνικών προβλημάτων». Ετσι εξακολουθούν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για τη συνέχεια μιας συνεπούς αριστερής πολιτικής, χαίρεται το «Αριστερό Φόρουμ».

Στην πραγματικότητα, οι Πράσινοι έφτασαν στο πρότυπο του κλασικού ρεφορμιστικού SPD των Κάουτσκι και Εμπερτ: Μερικές ωραίες φράσεις για την υπέρβαση του συστήματος στο μέλλον, ακράτητος οππορτουνισμός στην καθημερινή δράση, εγκωμιασμένος σαν «υπεύθυνη πολιτική των μικρών βημάτων». Η διαφορά όμως είναι πως οι Πράσινοι δεν έχουν καμιά σχέση με το εργατικό κίνημα ούτε είναι σοβαρά ριζωμένοι σε κανένα άλλο κοινωνικό κίνημα, ούτε διαθέτουν ενεργητικές τοπικές οργανώσεις ούτε κομματικό μηχανισμό. Το αν μπορούν να επιβιώσουν σαν βοηθητικός σύλλογος σοσιαλδημοκρατικών κυβερνήσεων πρέπει να αμφισβητείται όλο και περισσότερο.

Νέες προοπτικές για|την εξωκοινοβουλευτική Αριστερά;

Οταν το εθνικιστικό κύμα της ενοποίησης κλιμακώθηκε το περασμένο φθινόπωρο, η μόνη ορατή δύναμη που καταδίκασε την ενσωμάτωση της ΓΛΔ και την εκστρατεία ληστείας εκ μέρους του γερμανικού ιμπεριαλισμού ήταν η Radikale Linke (Ριζοσπαστική Αριστερά).  Αυτή αποτελείται ουσιαστικά από απογοητευμένους πρώην πράσινους, μερικούς «ανανεωτές» του ΚΚ, διάφορες μικρές αριστερές ομάδες μέχρι το χώρο των αναρχικών και «αυθόρμητων». Μπορεί να χαρακτηριστεί ως τελευταίο κατάλοιπο της «καινούριας Αριστεράς» που είχε ξεκινήσει στα τέλη του ’60 με το νεολαιίστικο κίνημα διαμαρτυρίας, το λεγόμενο «κίνημα των φοιτητών».

Αυτή η Αριστερά, οι ιδέες της οποίας, βέβαια, δεν είναι πολύ ομοιογενείς, απέρριψε κατηγορηματικά την ενοποίηση εκφράζοντας την οξεία διαμαρτυρία της με συνθήματα όπως: «Ποτέ πια Γερμανία», «Κατά τηςαποικιοποίησης της ΓΛΔ», «Κάτω το 4ο Ράιχ», «Ο θάνατος είναι μαέστρος από τη Γερμανία». Κατάφερε να συγκεντρώσει την οργή για την αλαζονεία της άρχουσας τάξης σε 2-3 μεγάλες διαδηλώσεις το φθινόπωρο του ’90.

Απέκτησε την αξία νάναι το μόνο πολιτικό ρεύμα που στράφηκε καθαρά ενάντια στον καινούριο εθνικισμό, ενάντια στην κατακτητική πολιτική του γερμανικού μεγάλου κεφαλαίου. Σίγουρα οι στόχοι της γερμανικής άρχουσας τάξης ουσιαστικά δεν άλλαξαν στον 20ό αιώνα, δηλαδή από την εποχή της αυτοκρατορίας μέχρι τον γερμανικό φασισμό και τον πρόσφατο «δημοκρατικό» ιμπεριαλισμό, και πάλι επιδιώκει να επικρατήσει στην Ευρώπη. Η Radikale Linke επικρίνει σωστά τη φοβερή στάση του πολιτικού κατεστημένου των Δυτικογερμανών πολιτικών που σήμερα, περισσότερο από ποτέ, με κυνικό και αλαζονικό τρόπο, απορρίπτουν κάθε ενοχή για τις «αμαρτίες των πατεράδων τους». Με αυτήν την έννοια η γερμανική κοινωνία ποτέ δεν πέτυχε να ξεπεράσει και να ξεφορτωθεί τη φρικαλέα κληρονομιά του ναζισμού. Από την άποψη της κοινωνικής δομής, εξακολουθεί να κυριαρχεί η ίδια τάξη που ήταν υπεύθυνη για την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία. Στη συνείδηση των ανθρώπων, η εποχή του φασισμού παραμένει τόσο επιβλητικό γεγονός ώστε συνεχίζει να επιδρά στη σκέψη μέχρι το υποσυνείδητο, τόσο στη Γερμανία όσο και σε αυτές τις ευρωπαϊκές χώρες που έπρεπε να υποφέρουν τη φρίκη της γερμανοφασιστικής κατοχής. Η ειρωνία της ιστορίας κάνει ώστε οι κύριοι της γερμανικής πολιτικής όσο περισσότερο προσπαθούν να αγνοούν το παρελθόν τόσο πιο βαθιά παραμένουν προσκολλημένοι σε αυτό.

Παρ’ όλα αυτά πρέπει να σημειωθεί ότι και η κριτική της Radikale Linke παρουσιάζει σοβαρές αδυναμίες. Είναι αλήθεια πως το δυτικό γερμανικό κράτος τα προηγούμενα 20 χρόνια έγινε όλο και πιο αστυνομικό και αυταρχικό. Η κυβερνητική πολιτική προωθεί την ξενοφοβία και έτσι την εμφάνιση φασιστικών τάσεων μέσα στην κοινωνία. Αν και προς το παρόν δεν υπάρχει μαζικό φασιστικό κίνημα, αυτός ο κίνδυνος δεν μπορεί να αποκλειστεί για τα επόμενα χρόνια. Το κράτος στη σημερινή κατάσταση δεν είναι φασιστικό. Οποιος ταυτίζει τη ναζιστική δικτατορία με το σημερινό «4ο Ράιχ», αγνοεί την πραγματικότητα και δεν παίρνεται στα σοβαρά από τη μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού.

Εξάλλου, η φετινή εξέλιξη τόσο στην ανατολική όσο και στη δυτική Γερμανία αποδεικνύει ότι οι περισσότεροι που απογοητεύτηκαν από την κυβέρνηση στρέφονται προς το SPD ή σε μικρότερο βαθμό πάλι προς τους Πράσινους. Μέρη της Radikale Linke δεν αναγνωρίζουν καμιά διαφορά ανάμεσα σε δεξιούς και στο SPD και τα συνδικάτα που τα θεωρούν το ίδιο ιμπεριαλιστικά. ‘Ετσι απομονώνονται από τις μάζες, χωρίς να κατανοούν την αναγκαιότητα της πολιτικής του ενιαίου μετώπου. Μόνο αυτή όμως θα είναι κατάλληλη για την αποκρυστάλλωση μιας καινούριας πλατιάς Αριστεράς, ικανής να αντιμετωπίσει με επιτυχία την άρχουσα τάξη.

David JONAS


Σπάρτακος 30, Ιούνιος-Αύγουστος 1991

Σπάρτακος αρχείο


https://wp.me/p6Uul6-tN

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s